"Δεν υπάρχει το σύνολο αλλά η μονάδα, αυτή η χαίνουσα οπή που μέσα της ριζώνει, ριζώνει ατέρμονα ο φοβερός κοχλίας. Σε μια εγκοπή του μυστική να φυτευτεί ο τελευταίος σου στίχος και να μείνει"
Τετάρτη, Οκτωβρίου 29, 2008
Περί τυφλότητας
«…κι αφού οι τυφλοί δεν βλέπουν, σας ρωτάω εγώ, πως γίνεται να μεταδίδουν την αρρώστια με την όραση, Στρατηγέ μου, αυτή είναι η πιο λογική αρρώστια στον κόσμο, το τυφλό μάτι μεταδίδει την τυφλότητα στο μάτι που βλέπει, υπάρχει πιο απλό πράγμα;....»
Ζοζέ Σαραμάγκου, Περί Τυφλότητος
Η γάτα μου έχει καρκίνο,στο υπερώο. Το στόμα της έχει παραμορφωθεί. Στην άκρη του σαγονιού της κρέμεται μόνιμα μια κόκκινη κλωστή από αίμα. Είμαι σίγουρη πως ανήκω στη μεγάλη αγέλη των τυφλών. Μόνο μια κόκκινη κλωστή από αίμα βλέπω. Για αυτό είμαι σίγουρη. Ο θάνατος σιμώνει αργά και σταθερά. Η γάτα μου πρόκειται να πεθάνει. Το περίμενα, ήταν ήδη μεγάλη σε ηλικία. Είναι άλλο όμως να το σκέφτεσαι και άλλο να συμβαίνει. Μου ανακοινώθηκε από τον γιατρό. Πέρασε πάλι εκείνο το τραγικό δευτερόλεπτο μιας αιωνιότητας μέχρι τη συνειδητοποίηση. Η γάτα μου θα πεθάνει. Σιωπή ύστερα. Έσφιξα το τίποτα που με περιέβαλε διαμιάς. Την χάνω. Ό,τι αγαπάω το χάνω, θυμήθηκα. Σημειώνω απώλειες όσο μετράω μέρες. Η γάτα μου πεθαίνει. Το μόνο που βλέπω είναι μια κόκκινη κλωστή. Κατά τα άλλα εκτυφλωτική λευκότητα. Το ζωντανό μου πεθαίνει. Κι εγώ δε μπορώ να κάνω τίποτα. Πρέπει να ζήσω με αυτόν τον θάνατο. Νεκρός ή τυφλός, λέει ο Σαραμάγκου λίγο μετά, το ίδιο είναι. Εγώ ζω τον θάνατό της τώρα. Εδώ και μήνες ζω τον θάνατό της αλλά δεν τον έβλεπα. Ήθελα να μη βλέπω. Αιμορραγούσε όλο το καλοκαίρι. Γριά είναι, θα της σαπίζουν τα δόντια, έλεγα. Ήθελα να μη βλέπω. Τώρα αίματα παντού. Πάνω στα μαξιλάρια, στα σεντόνια, στα μάρμαρα. Στάμπες με αίμα σε όλο το σπίτι που δεν καθαρίζονται εύκολα. Στην αρχή έτρωγε με δυσκολία. Δεν έβλεπα. Ύστερα σταμάτησε να τρώει. Κι ωστόσο, όποτε άκουγε τα βήματα μου στην κουζίνα, ερχόταν δίπλα μου και καμωνόταν την επιθυμία . Μικρά ανασηκώματα των πίσω ποδιών, νάζια που αποσκοπούν πιότερο στην ευγνωμοσύνη παρά στην ηδυπάθεια. Κι ας μην έτρωγε τίποτα. Δεν έβλεπα.Τώρα πρέπει να την συνοδεύσω μέχρι την έξοδο.Της βάζω γάλα, το διαλύω με λίγο νερό. Δεν πίνει. Δεν βλέπω τίποτα άλλο. Είμαι τυφλή κι ωστόσο πρέπει να την ξεπροβοδίσω μέχρι την εκτυφλωτική πόρτα του επέκεινα. Ένας άγριος λυγμός πνίγηκε στο σαγόνι μου όταν μου ανακοινώθηκε το επικείμενο. Η ακοή, λεει ο Σαραμάγκου, είναι η όραση των τυφλών. Δεν βλέπω. Αλλά άκουσα τον λυγμό μου μου που πνίγηκε. Της χτενίζω τα μπερδεμένα μαλλιά της. Ζει τις τελευταίες της όμορφες αναμνήσεις. Λίγος ήλιος της αξίζει ακόμα. Κάθεται μπροστά στο παράθυρο, αλλά απο μέσα απο το τζάμι για να μην κρυώνει. Εγώ δεν βλέπω τον ήλιο.Μόνο τις μικρούς κόκκινους πλανήτες από αίμα στο πάτωμα. Ευτυχώς δεν έχει επίγνωση το οτί σε λίγο καιρό αυτό το σώμα της θα είναι απλώς ένα πεταμένο ρούχο στο πάτωμα. Μαλακώνει πολύ λίγο ο πόνος.Έρχεται πάνω μου και αρνείται να φύγει. Το έκανε πάντα, μα εγώ δεν έβλεπα. Είμαι τυφλή. Δεν βλέπω τίποτα.
Δευτέρα, Οκτωβρίου 20, 2008
Χαρίζεται ευεπίφορος ναρκισσισμός

Υπήρξα αφόρητα ναρκισσίστρια, κι εξακολουθώ να είμαι, τρανή απόδειξη αυτού, η ύπαρξη αυτού του προσωπικού ημερολογίου. Κι αν με αυτό υπέθετε κανείς πως έχω περισσή αυτόπεποίθηση, ας το ξανασκεφτεί. Αυτός ο ναρκισσισμός, είναι το ένα απο τα δύο άλογα, που βρίσκονται ζεμένα στο ίδιο άρμα ενός ρωγματικού εγώ. Το άλλο το άλογο-ναι, αυτό που "είναι μαύρο", ακούει στο όνομα της ανεπάρκειας. Ναρκισσιστής άνθρωπος είναι αυτός που υπερεπένδυσε σε έναν εαυτό ελλειματικό. Αν ο εαυτός δεν είχε υπάρξει ελλειματικός, τότε δεν θα είχε ανάγκη απο καμμία υπερεπένδυση, απλά τα πράγματα.
Αναθεματίζω τον ναρκισσισμό μου, ευχαρίστως θα τον χάριζα σε οποιονδήποτε νομίζει ότι του λείπει. Γιατί δεν είναι ένας τυφλός ναρκισσισμός, τέτοιος που θα μου άφηνε προικώ την μακάρια άγνοια των απαίδευτων .Είναι ναρκισσισμός που του αρέσει να κοιτιέται στον καθρέφτη της αυτοκριτικής του. Αναρωτιέμαι, αν υπήρξα αρκούντως ναρκισσίστρια, θα είχα κάνει αυτά για τα οποία ίσως να ήμουν προορισμένη; Αλλά όχι. Η μόνη θρασύτητα του δικού μου ναρκισσισμού, υπήρξε η αδυναμία του από το να με προστατέψει. E, τέλος πάντων, ποιος ο λόγος να τον φορτώνομαι τελικά;
Κι όπως λεει κι η γνωστή λαική ρήση, ας αφήσουμε τους εγωισμούς και ας κοιτάξουμε τους εαυτούς μας. Σας τον χαρίζω λοιπόν. Προσφορά μαζί με το ναρκισσισμό, πυροτεχνήματα, αξίας 150 Ευρώ.
Δευτέρα, Οκτωβρίου 06, 2008
"Γράψε μου..."
Είναι μια φράση απο το Λιβάδι που Δακρύζει.
Κάποτε οι άνθρωποι μετανάστευαν κι ωστόσο λαχταρούσαν να επικοινωνούν. Σήμερα οι άνθρωποι απλώς αποξενώνονται.
Γράψε μου λοιπόν. Γράφτε σε όλους όσους σκέφτεστε και αγαπάτε. Γράψτε σεντόνια μηνυμάτων, Άννα Γράψε μου, Obzenia Γράψε μου.
Γιατί στον εαυτό μου χρωστάω μια απέραντη σιωπή.
Κυριακή, Σεπτεμβρίου 28, 2008
Έρωτας είναι να δίνεις αυτό που δεν έχεις - Μέρος ΙΙ
Η φίλη μου η Άννα, με αφορμή αυτό
http://juliedelespinasse.blogspot.com/2008/06/blog-post.html
σχολιάζει:
"Διάβασα μεγάλο μέρος των παλαιότερων αναρτήσεων. Επιβεβαιώθηκαν η ομορφιά και η οξυδέρκεια που προιωνίζονταν οι πρώτες, αποσπασματικές μου αναγνώσεις αυτού του μπλογκ.
Επέλεξα ν' αφήσω σχόλιο σε τούτο το ποστ, εις πείσμα τού "no comment", αλλά κι επειδή θέτεις ευθέως ένα ερώτημα. Βέβαια, δεν είμαι Λακανική, ούτε έχω διαβάσει κάτι σχετικό (πάει το εναλλακτικό), ούτε και μπορώ να δώσω κάποια εξήγηση (πάει και το εναλλακτικότερο). Απλές υποθέσεις κάνω.
Υποθέτω λοιπόν ότι δεν γίνεται να δώσεις κάτι που δεν έχεις. Συνεπώς, και παίρνοντας κατά λέξη τη διατύπωση, βλέπω όντως μια πασίδηλη αντίφαση, που ωστόσο υπονοεί παιγνιωδώς μια πασίγνωστη "φάση" του ανθρώπου, την ερωτική του φάση, εντός της οποίας ενεργοποιείται όλο του το είναι, και μοιάζει να έχει (και έχει!) τα υλικά κάθε του προγενέστερης στέρεσης, και μοιάζει να είναι (και είναι!) ο εαυτός που ποτέ δεν είχε φανταστεί ότι θα γίνει. Εν ολίγοις, "διαβάζω" τη φράση ελαφρώς συμπληρωμένη, δηλαδή κάπως έτσι: "Έρωτας είναι να δίνεις αυτό που δεν -φαντάστηκες ότι θα- έχεις.
Φοβάμαι ότι κάνω κατάχρηση του χώρου σου, ωστόσο θέλω πολύ να προσθέσω κάτι.
Ο έρωτας δεν έχει να κάνει με την αγαθοεργία. Έχω την εντύπωση ότι πρόκειται για το πλέον επιθετικό και πανούργο αίσθημα. Στον έρωτα "δίνεις" γιατί απλούστατα δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς. Γι' αυτό και καταλήγεις να μισείς αυτόν που θ' αρνηθεί την "προσφορά" σου:) Τον φτωχό που θ' αρνηθεί το χρηματικό σου βοήθημα, θα τον θαυμάσεις. Τον άνθρωπο που θ' αρνηθεί την ερωτική σου προσφορά, θα τον καταραστείς!
Αλλά ακόμα κι αν πάρουμε το ευτυχές σενάριο της αμοιβαιότητας, σκέφτομαι μήπως τελικά έρωτας δεν είναι τίποτ' άλλο πέρα από τον κόπο που είσαι διατεθειμένος να καταβάλεις γι' αυτόν. Και για να επανέλθω στη φράση που συζητάμε, ίσως έρωτας να είναι το να ΜΗΝ δίνεις κάποιες φορές αυτό που έχεις, όχι βεβαίως από τσιγκουνιά αλλά από οικονομία, για να μην πνίξεις τον Άλλον. Πώς να το πω; Είναι φορές που χρειάζεται να προμηθευόμαστε το οξυγόνο μιας σχέσης κρατώντας την ανάσα μας. Αντιφατικό κι αυτό, ε; Δεν ξέρω. Η ευφάνταστη αναστροφή κάθε αυτονόητου, αυτό είναι ο έρωτας:)
Χίλια ευχαριστώ για τη φιλοξενία και συγγνώμη αν την καταχράστηκα!
Άννα"
Άννα, σε καμμία περίπτωση δεν καταχράζεσαι τον χώρο μου, ίσα ίσα που τον ομορφαίνεις και τον εμπλουτίζεις με την ευ-τυχή παρέμβασή σου.
Συμπτωματικά εντελώς πριν απο μέρες έπεσα πάνω σε αυτό το κείμενο, της Μαρίας Μήτσορα, το οποίο και μου έλυσε τον Λακανικό γρίφο:
"Στον Έρωτα δίνουμε και παίρνουμε αυτό που Δεν έχουμε. "Le don de ce qu’on n’a pas" μου έγραφε, μια δεκαετία αργότερα, τη φράση του Lacan ο Χρήστος. Έτσι είναι, στον έρωτα χαρίζουμε αυτό που μας λείπει, ελπίζοντας πως το ίδιο θα κάνει κι ο άλλος. Πως; Θα μας χαρίσει αυτό που η έλλειψή του είναι τόσο βασανιστική. Κι αν δεν το κάνει, Υποθέτουμε οτι δεν μας ερωτεύτηκε αρκετά. Ένα πλεονασμα έλλειψης μαγικά κλειδώνει, σε κάτι σαν - δυο ελλείψεις σε μία κατάφαση, μια κατάσταση, όπου, της φαντασίας υπερέχουσας, πλανάται η μοναδική ευκαιρία για πληρότητα. Στον ‘Ερωτα, όταν δεν είναι αγιος, τίποτε δεν μας ενώνει, αντίθετα μας χωρίζει, αλλά και μας κρατά καθηλωμένους, το μέγεθος της έλξης".
Κι επειδή πιστεύω πολύ στον "Μοιραίο Χαρακτήρα" των πραγμάτων, θέλησα να κάνω άλλη μια ανάρτηση με το ίδιο όνομα, αφού κι εσύ συμπτωματικά θέλησες να σχολιάσεις τούτο το αναπάντητο ερώτημα. Ωστόσο, θα πρέπει ίσως να ξεκινήσουμε με έναν ταπεινό συμβιβασμό: κανένα ερώτημα δεν απαντιέται πλήρως ποτέ, όσο υπάρχουν οι άνθρωποι. Και τα ερωτηματικά τους συνεχίζουν να διαιωνίζονται, με κάθε απάντηση, ακόμα κι όταν αυτή είναι εύστοχη, ή θα μπορούσαμε να πούμε πως με κάθε ουσιαστική απάντηση, υπάρχει ένα κενό που δημιουργείται και μας αφήνει μετέωρους.Έτσι λοιπόν αισθάνομαι. Το μυστήριο του έρωτα έχει την ιδιότητα να μας διαφεύγει διαρκώς, είναι το ατέρμονο παιχνίδι της ζωής, μια Λερναία Ύδρα που τα κεφάλια της διαρκώς πολλαπλασιάζονται. Μπορούμε να ζήσουμε με το μυστήριο; Αυτό είναι ένα προσωπικό στοίχημα για τον καθένα απο εμάς. Αδυνατώ να πιστέψω πως θα πάρω ποτέ ξεκάθαρες απαντήσεις σε τέτοια ερωτήματα. Ίσως η φύση τους είναι τέτοια που δεν επιδέχεται απαντήσεις, ή όπως θα έλεγε κανείς, αν μπορεί κανείς να τα χαρακτηρίσει ως "προβληματική", τότε τα ίδια αυτά προβλήματα εμπεριέχουν και την λύση τους.
Λες οτί ο έρωτας είναι "επιθετικό και πανούργο συναίσθημα". Ομολογώ οτί η αντίφαση σε όλα αυτά είναι πως όντως, ο έρωτας φοράει το ένδυμα της αγαθοεργίας με την εσώτερη πρόθεση της απληστίας. Ακόμα και στο ευτυχές σενάριο της αμοιβαιότητας, εξακολουθούμε να επιθυμούμε αυτό που δεν έχουμε. Θα ήθελα να πιστεύω πως ο άνθρωπος, κουβαλώντας τη τραγική κληρονομιά της νόησης, αντιλαμβάνεται την αντιφατικότητα του έρωτα, ως απότοκο της περίπλοκης φύσης του. Αλλά αυτό συμβαίνει με τους ανθρώπους που μαθαίνουν να ζουν με την Σκιά τους, όπως ίσως θα έλεγε κι ο Γιουνγκ. Πολύ φοβάμαι όμως πως αυτό συνήθως δεν συμβαίνει. Και ναι, γινόμαστε αυτό που θα θέλαμε ο άλλος να είναι για μας, σε μια ύστατη προσπάθεια να του μεταδώσουμε ασυνείδητα την ανικανοποίητη ανάγκη μας, να του μεταλαμπαδεύσουμε το προσωπικό μας ερωτικό κώδικα. Κάποια στιγμή όμως το πηγάδι στερεύει. Όποιος ισχυρίστηκε οτί μπορεί να αγαπά ανευ ερείσματος, εκμαιεύοντας έσωθεν δυνάμεις, τότε απλώς λεει ψέματα. Πίσω απο τον έρωτα κρύβεται η Φύση, η οποία αναζητά εμμονικά τις δικές της ισορροπίες, οι οποίες είναι πέρα και πάνω από οποιεσδήποτε εξιδανικεύσεις. Έτσι λοιπόν καλό θα είναι να αποδεχόμαστε την φύση του έρωτα, ως γνήσιο τέκνο της Πενίας και του Πόρου.Αυτό για να ξεκινήσει η Σχέση. Δυστυχώς τις περισσότερες φορές οι "έρωτες" καθηλώνονται στο πρώτο τους στάδιο, του ποιος δηλαδή θα καταθέσει τι, από τα κομμάτια του και αρχίζουν οι ευτελείς λογαριασμοί, οι παρεξηγήσεις, οι παρερμηνείες και η φθορά. Κι ότι προηγουμένως φάνταζε ονειρικό, αυτόματα βουτάει στη λάσπη της ασυνεννοησίας, της παρεξήγήσης, έτσι όπως συνηθίσαμε να αποκαλούμε την προσωπική μας, καθώς και του άλλου, αδυναμία. Και μπορεί να μείνει εκεί για χρόνια. Προσωπικά για μένα, έρωτας είναι η απουσία συμβιβασμού σχετικά με τους περιορισμούς ανάμεσα σε δύο κατά τα άλλα, αυτόφωτες υπάρξεις. Περιορισμούς που δεν αφορούν μόνο στα μέτρα που ο καθένας εκ των δύο ορίζει τον εαυτό του αλλά κυρίως τους περιορισμούς που αφορούν στα εμπόδια που καθένας απο εμάς, συνειδητά ή υποσυνείδητα βάζει στον Άλλον. Έρωτας είναι μια ατέρμονη διαπραγμάτευση ανάμεσα σε δύο μοναξιές και σε παραπέμπω στο ομώνυμο προηγούμενο ποστ μου, διαπραγμάτευση που ενώ συνεχίζεται, καταφέρνει να παραμένει ζωηφόρος για τον ίδιο τον εαυτό της και τολμά να μην αυτοακυρώνεται.
Αυτά για την ώρα. Θα κλείσω ίσως απότομα, με την πολυσήμαντη φράση της πολυαγαπημένης Μαρκερίτ Ντυράς, που έλεγε πως "όσο περισσότερο γράφω, τόσο λιγότερο υπάρχω". Ξεκίνησε απότομα και το φθινόπωρο και ομολογώ οτί δεν το περίμενα.
photo: Tim Walker
Παρασκευή, Αυγούστου 29, 2008
Αυτοαναφορικά, καλοκαιρινά ίχνη
Είναι ωραίο το καλοκαίρι ακόμη και απο απόσταση. Εξάλλου δεν τιτλοφορήθηκε τυχαία σε βιβλίο η φράση "Η ζωή είναι αλλού".Ίχνος είναι και το τραγούδι που φτάνει απο το μπαράκι της γωνιάς του δρόμου. Τι θα θυμάμαι περισσότερο απο το νησί; Τα νερά-κρύσταλλα, χυμένα απο απρόσεκτα θεικά χέρια; Μα όχι. Κείνη την ημέρα όλα τα φύκια του κόσμου ξεβράστηκαν στην ωραιότερη παραλία του κόσμου, μπροστά στα πόδια μου. Περιμενα με ανυπομονησία να παω στην αγαπημένη μου παραλία και νατην, θαλασσοδαρμένη. Υπήρχε περίπτωση να μη σκαρώσει το καλοκαίρι μια τόση δα σκανταλίτσα; Ευπρόσδεκτες οι σκανταλιές το καλοκαίρι,
εξάλλου το καλοκαίρι είναι η παιδική ηλικία του χρόνου που έρχεται. Γονιμοποιείται βαθιά και μυστικά μέσα στον χειμώνα και γεννιέται και οργιάζει με τον ήλιο. Φοβάμαι το τριζάτο χιόνι του χειμώνα. Προμηνύει θάνατο. Το είδα και στον ύπνο μου. Πως πατούσα τριζάτο χιόνι. Ο ήχος του ποδιού μου που χωνόταν στο σκληρό χιόνι, με τρόμαξε, όμοια με εφιάλτης. Φοβάμαι τη μοναξιά που ο χειμώνας αγκαλιάζει. Τι θυμάμαι απο αυτό το καλοκαίρι; Τον εκτυφλωτικό ήλιο ενός αθόρυβου μεσημεριού απο το μικρό παράθυρο στο μπάνιο. Αναπάντεχα με βρίσκει. Τα τσαμπιά σταφύλια που ηδυπαθώς κρέμονται απο τα κοτσάνια τους. Θέλω να κρατηθώ απο αυτό το καλοκαίρι, να μη φύγει. Μα φεύγει ήδη. Το βλέπω να φεύγει. Θέλω να του φωνάξω. Παιδικές επιθυμίες στο ανεκπλήρωτο του χρόνου ασπαίρουν μέσα μου. Δύσκολοι οι αποχαιρετισμοί το καλοκαίρι. Ώρα τέσσερις και τέταρτο και το καλοκαίρι το σκάει απο την πίσω πόρτα του μεσημεριού αφήνοντας με ξαπλωμένη να το ακούω ενώ ήδη απομακρύνεται.
Είχα μια σκέψη, πως το τι άνθρωπος είμαι, καθoρίστηκε ουσιωδώς από το οτί κάθε φορά αναλογιζόμουν το τι άνθρωπος ήθελα να είμαι,από όλα αυτα που εν δυνάμει υπάρχουν μέσα μου. Έτσι λοιπόν αυτοπροσδιοριστηκα απο αυτό το ένα και μοναδικό ερώτημα. Υπάρχουν χίλιοι τρόποι για τον ίδιο σκοπό, στο μέτρο της φαντασία που διαθέτει κανείς.
Κυριακή, Ιουλίου 13, 2008
Κατά συνθήκη μόνον αλήθειες

Τι είναι η Ψυχή; Ένα μεράδι σώματος κατά τον Νίτσε.
Να αληθεύει άραγε; Αν οι σκέψεις είναι υλιστικά παράγωγα, τότε θα πρέπει ανησυχώ για το καταπονημένο σώμα μου. Κάπως έτσι δικαιολογώ το οτί έχω να γράψω ποίημα απο τις 23 του Απρίλη. Για κανέναν δεν έχει σημασία. Μόνον για εμένα που περνάω τούτο το καλοκαίρι σε μια σιωπή γεμάτη εγκαρτέρηση αλλά και ανησυχία. Δεν είναι πάντα η σιωπή, ο πρόδρομος της δημιουργίας, αλλά από την άλλη δεν είναι ποτέ ο γνήσιος εκπρόσωπος του τίποτα. Ανάμεσα στη σιωπή και στο τίποτα, μεσολαβεί κάτι που δεν βρίσκει τις κατάλληλες λέξεις, ένας μουγκός άλτερ έγκος μας, που κάθεται ήρεμα δίπλα μας στο παγκάκι της ενατένισης και που δεν μας μιλάει ποτέ. Μας κοιτάζει όμως και περιμένει κάτι απο εμάς. Κάποτε κάποτε χρειάζεται να ξεκινήσουμε αυτό τον διάλογο εμείς, να μιλήσουμε περί ανέμων στο κενό που μας χωρίζει, να κρύψουμε στα πανιά μιας ανοιχτής, θαλασσινής προσμονής το άρρητο. Είμαστε οι επιθυμίες που δεν βρίσκουν τις λέξεις να ειπωθούν, περισσότερο από οτιδήποτε. Είμαστε το ανεπανάληπτο κονβόυ σκέψεων και ιδεών που συστοιχίζονται με κοινό σημείο το ακατάληπτο της ύπαρξης. Είμαστε η "απροσμέτρητη ματαιότητα της αλήθειας". Ως εκ τούτου: Αντιπαθώ τα ταξίδια επειδή θα πρέπει να σηκώνω βαλίτσες και να παρακολουθώ εικόνες που εννέα στις δέκα αποτελούν επανάληψη του ίδιου πράγματος. Κουράζομαι και ως εκ τούτου, μεμψιμοιρώ, μικραίνει η ψυχή μου, συστέλλεται εντός μου και μου κρύβεται. Στο μόνο που έμαθα στο τελευταίο μου ταξίδι είναι πως όταν οι μάταιες αλήθειες τούτου του κρυπτικού σύμπαντος σου γνέφουν απο μακριά, μπορεί να είναι αιματηρές, όπως λέει ο Δημήτρης Δημητριάδης, αλλά επώδυνες δεν είναι ποτέ. Πες την οποιαδήποτε αλήθεια λοιπόν στον οποιοδήποτε, αρκεί να μην είναi μισή, να μην είναι καμουφλαρισμένη, φιασιδωμένη. Αρκεί να έχει βρει τις λέξεις που την αντιπροσωπεύουν επάξια στο μακρύ ταξίδι της προς την ανακάλυψη. Αν νομίζεις πως δεν τις έχεις βρει, τότε σιώπησε. Νιώσε τον δισταγμό διπλό τη φορά αυτή. Μια για το αβέβαιο και μια για το μάταιο. Αν κάποτε κάποιος είπε μια αλήθεια ολόκληρη, αυτό ήταν μουσική.
Tο παρόν θέμα φιλοτέχνησε με τα μαγικά της δάχτυλα, η Obszenia, που στα όνειρά της επικαλείται τη βοήθειά μου, για να σώσουμε τον κόσμο. Δεν απορώ που οι άνθρωποι προστρέχουν περισσότερο σε αυτούς που επικυρώνουν το αβέβαιο.
Δευτέρα, Ιουνίου 30, 2008
H νοσταλγία του Απόλυτου

Θέλω να απαλλαγώ απο τα συμ-πτώματα της νοσταλγίας. Ονειρεύομαι οτί κάπου, στη κοιλάδα του θανάτου, παίζει αδιάφορα στο τζουκ μπόξ ενός άδειου καφέ, ένα παλιό μπλουζ. Για να μάθεις να μην υποφέρεις από τα συμ-πτώματα της νοσταλγίας, πρέπει να ονειρεύεσαι πως είσαι αλλού απο εκεί που είσαι και πως όλα παραμένουν αδιάφορα και ράθυμα, όπως οι επιθυμίες σου.
Πέμπτη, Απριλίου 24, 2008
H Τζουλς του παρόντος, η Ζυλί του παρελθόντος κι η Λήθη του Μέλλοντος

Έχω τη Τζουλς τον τελευταίο καιρό για να μου κρατάει παρέα. Έτσι λεω το κορίτσι που βλέπετε εδώ. Όταν δεν υπάρχει κανείς να μιλήσω, λεω απο μέσα μου, παω στη Τζουλς, στο μπλογκ μου ούτως ειπείν. Η Τζουλς είναι το κορίτσι που κουβαλάει στην πλάτη της πάνω, τον δικό μου σταυρό. Όλα αυτά τα οποία δεν μπορώ να πω στους παροικούντες την προσωπική μου Ιερουσαλήμ, αυτά για τα οποία ντρέπομαι να μιλήσω στους οικείους, τα φορτώνω στην πλάτη της Τζουλς. Πως ήταν η φράση; Εξ οικείων τα βέλη. Κουράστηκα απο τα βέλη των οικείων μου κάποτε. Ίσως και να έχουν δίκιο να στρέφουν τα βέλη τους εναντίον μου, αφού έτσι και αλλιώς οι σχέσεις των ανθρώπων ξεχωρίζουν από την αξιοδάκρυτη ιδιότητα της εγγενούς ανθρώπινης αντίφασης, όπου η σχέση των δύο, ενσωματώνει σε ένα, τα αταίριαστα στοιχεία των δύο προσώπων αλλά και των εσώτερων αμφιθυμιών τους. Αποτέλεσμα, κάποιες φορές να πρέπει να μιλάμε για τερατογένεση, όπου αυτή αντιπροσωπεύει τον «μεσολαβητή-τρίτο» όπως πρόλαβε να μας διαμηνύσει ο Γιώργος Χειμωνάς μιλώντας πάλι για την διμερή σχέση, ως έξωθεν των ανθρώπινων σχέσεων, στοιχείο. Εξ ου και η ύπαρξη της Τζουλς, η απουσία διαλόγου δηλαδή, αφού τα τελευταία χρόνια προκειμένου να κατανοήσω κι εγώ τον εαυτό μου υιοθέτησα μια γλώσσα που με τους αγαπημένους άλλους, στην πραγματικότητα, όσο οξύμωρο κι αν ακούγεται, μου έδεσε την γλώσσα.
Η Τζουλς γεννήθηκε ως υποκοριστικό της Julie De Lespinasse, μιας φανταστικής κυρίας που έδρασε κατ’αρχήν στο μυθιστορηματικό έργο του Αντριου Κράμει «Η αρχή του Ντ’Αλαμπέρ» ως το αντικείμενο πόθου του Ζαν Λε Ροντ Νταλαμπέρ, αλλά και ως πραγματικό γυναικείο πρόσωπο του 18ου αιώνα. Κανείς δεν μπορεί να πει οτί η πραγματική Ζυλί δεν είχε μια ζωή που θα μπορούσε κανείς να περιγράψει ως κοινή. Γεννήθηκε ως νόθα κόρη κάποιας μαντάμ τάδε, και έζησε ως γκουβερνάντα της ετεροθαλούς αδερφής της, της νόμιμης κόρης της μητέρας της. Κατάφερε με την αξία της να δημιουργήσει ένα απο τα πιο φημισμένα πνευματικά σαλόνια του Παρισιού της εποχής της και διακρίθηκε για τις χάρες της ως οικοδέσποινα αλλά και ως γυναίκα. Οι έρωτες της την έφεραν μπρος από ένα πολύ πρόωρο φυσικό τέλος στα σαράντα τέσσερα της χρόνια. Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί οτί η Ζυλί πέθανε απο έρωτα. Η τελευταία της φράση πριν ξεψυχήσει ήταν... «είμαι ακόμα ζωντανή;» Γεννιέται το ερώτημα, γιατί διάλεξα την Ζυλί για να ταυτίσω τις εσώτερες σκέψεις μου; Ίσως γιατί η Τζουλς, η νέας κοπής Ζυλί, δεν έχει το κουράγιο να πεθάνει απο έρωτα. Αντ’ αυτού συνεχίζει να ζει, χαράζοντας έναν δρόμο επιβίωσης που τελικά σηματοδοτείται απο αυτήν την αδυναμία θανάτου. Ίσως ο μελοδραματισμός να ταιριάζει στην περίπτωση της Ζυλί, δικαίωνοντας την φτωχούλα Τζουλς. Ίσως πάλι το ερωτικό πένθος να έχει μια κωμικοτραγική νοσηρότητα που είναι απωθητική σε κάποιους, αλλά δεν παύω να αναρωτιέμαι τελικά γιατί κανείς μας δεν πεθαίνει απο έρωτα πια. Θα μπορούσε να πει κανείς πως ότι απέμεινε από τον έρωτα είναι ένας ανδριάντας που καλούμαστε ψυχαναγκαστικά να αποτίσουμε μόνον φόρο ευτυχίας , το οποίο φυσικά στη συνέχεια σχεδόν θα διασπαστεί εντελώς απο την έννοια της συμβίωσης, όπου εκεί δεν θα υπάρξει ούτε αυτό. Αυτό πρακτικά μεταφράζεται πως όταν ο έρωτας μας αργοπεθαίνει για το ένα πρόσωπο, αυτόματα το επόμενο πρόσωπο μας περιμένει στην επόμενη γωνία για να τον σώσει. Λες κι ο έρωτας τελικά εκφράζει μόνον την νευρωτική διάσταση του ναρκισσισμού μας όπου σώνει και καλά πρέπει να προστατεύσουμε για να διατρανώσουμε ένα αξιολύπητα κάτισχνο εγώ. Και τι απογίνεται με το μυστήριο του; Πως να αφήσεις έναν εραστή να αντικατασταθεί με κάποιον άλλον, όταν δεν πρόλαβες καλά καλά να λύσεις το μυστήριο του «γιατί εσύ;» Θα μου πει κανείς πως η ψυχανάλυση κατάφερε να φέρει στην επιφάνεια καλά το κρυμμένο. Μα μιλώντας περί έρωτος, η ψυχανάλυση δεν πρόλαβε παρά μόνον να υπογραμμίσει τον ρόλο της εξιδανίκευσης. Ναι μεν εντάξει. Αλλά στην πραγματικότητα ο έρωτας ο δικός μου και ο δικός σου, δεν διαφέρει σε τίποτα απο αυτό το τρυφερό ουρλιαχτό της γάτας μου όταν με βλέπει να πηγαίνω στην κουζίνα όπου βρίσκεται και το δικό της φαγητό. Κι όταν κοιτώ το πιάτο της διαπιστώνω με έκπληξη πως είναι ήδη γεμάτο. Γιατί λοιπόν η γάτα μου, μου ζητά να της γεμίσω το πιάτο της αφού είναι ήδη γεμάτο; Επειδή απλώς η γάτα μου θέλει να επιθυμεί, τρελλαίνεται για το ουρλιαχτό της επιθυμίας της της ίδιας, δεν είναι η χόρταση που την εκστασιάζει, είναι η ίδια της η επιθυμία που την τρελλαίνει και την κάνει να επιθυμεί ακόμα περισσότερο. Είμαστε όλοι αιλουροειδή στον έρωτα. Πως να μιλήσεις λοιπόν για εξιδανίκευση σε ένα αιλουροειδές που βρυχάται απο πόθο για τον πόθο του; Κι είναι αυτό προέκταση του ναρκισσισμού του; Σαφώς γιατί δεν μπορεί παρά να εκπορεύεται απο την γεννήτορά του και να επιστρέφει πάλι στον ίδιο. Το θαύμα όμως σε αυτή την ιστορία είναι πάντα ο Άλλος. Δεν είναι αλήθεια πως ο αγαπημένος Άλλος θα μπορούσε να είναι ο οποιοσδήποτε. Ίσως σε μια πρώτη ανάγνωση του πάθους μας, μπορούμε να παίξουμε με την ιδέα ενός άλλου προσώπου, κάτω απο διαφορετικές συνθήκες. Και όταν πια συντριβόμαστε απο την πάλη της λογικής μας με το γελοίο του συναισθήματος και παραδεχόμαστε ηττημένοι, πως ναι, σίγουρα θα μπορούσε να είναι κάποιος άλλος στην θέση Του, τότε κάτι δεν μας φαίνεται αρκετό σε αυτή την δικαιολογία και το επιχείρημα παραμένει φτωχό, ανολοκλήρωτο ίσως. Ίσως θα θέλαμε να διαφωνήσουμε πάλι με τον εσωτερικό συνομιλητή μας, αλλά τελικά θα προτιμήσουμε να σιωπήσουμε. Γιατί έχουμε εξαντλήσει όλα τα περιθώρια για να τεκμηριώσουμε βασανιστικά αυτή την μαζοχιστική εντός μας διαλεκτική. Αλλά υπάρχει κάτι ακόμα που θα τραβήξει τον δρόμο του ανείπωτου, του «άφησα να μην ξέρω» της Κικής Δημουλά, της ήττας μας όχι απέναντι στην λογική των περιστάσεων αλλά απέναντι σε αυτό που παύει να μπορεί να εκφέρεται. Το τραγικότερο όλων είναι όταν αυτός ο Άλλος δεν μπορεί να φανερώσει τα ίχνη που τεκμηριώνουν έναν ολοκληρωμένο έρωτα. Εκεί πραγματικά η κατάσταση δείχνει να ξεφεύγει απο κάθε έλεγχο. Εκεί ο ερωτευμένος μπορεί να θεωρεί εαυτόν καταραμένο. Θέλει και λίγο ορθολογισμό για να μπορείς να βγάζει τη καθημερινότητα στα ποδάρια σου. Θέλει τις εγγυήσεις του, τις δικαιολογίες του κανείς για να μπορεί να ξεκινήσει να καταλαβαίνει τι του γίνεται. Θέλει έναν λόγο για να στηρίξεις το παράλογο. Θέλει ένα άλλοθι για να διαπράξεις ένα έγκλημα. Αλλιώς εκεί μπορεί να χαθείς σε ένα τρομακτικό σκοτάδι τύψεων παρέα με τα μοναχικά σου φαντάσματα.
Πως τελειώνει ένας έρωτας; Πάντα τραγικά όταν έχουν όλοι κάποιο δίκιο. Τραγικότερα ακόμα, για αυτούς που δεν έχουν κανένα δίκιο. Που δεν μπόρεσαν ποτέ να αποδείξουν το δίκιο του έρωτά τους, που δεν μπόρεσαν να τεκμηριώσουν την αγάπη τους τόσο στον απέναντι αγαπημένο, όσο και στον ίδιο τον εαυτό τους, χωρίς κανείς να αναφέρει τους δευτερότριτους που δείχνουν αυτή την σαδιστική, ελαφρώς σκωπτική συμπάθεια στην περίπτωση. Πως τελειώνει ένας έρωτας; Η λήθη ταιριάζει στην περίσταση, αφού σαν λέξη ηχεί σαν όνομα από γνωστό χαπάκι ευτυχίας, θα μπορούσε να πει κανείς. Η λήθη λοιπόν θα αποκοιμίσει κάποιους από εμάς, ενόσω τα τριξίματα της σάρκας για κάποιους άλλους θα κάνουν την φύση του να πάλλεται εντός. Η λήθη λοιπόν θα σκεπάσει ένα ερωτικό θανατικό που τελικά λήθη και θάνατος, θάνατος και έρωτας, όλα αυτά τα τόσο ανόμοια θα χαραχτούν αντάμα στο σκληρό κέλυφος της ασυνείδητης μνήμης μας. Έτσι λοιπόν θα ξεχάσουμε, και έτσι λοιπόν με αυτό το «θα ξεχάσω» θα πρέπει να πορεύεται κανείς.
Δευτέρα, Απριλίου 21, 2008
Palcoscenico
Κάτσε τώρα σε μια καρέκλα στο βάθος της αίθουσας, στο σκοτάδι. Παρακολούθησε τα όσα διαμείβονται μεταξύ του ήρωα σου και των υπόλοιπων δεύτερων και τρίτων ρόλων. Εστίασε στις λέξεις, στις ατάκες, στις κινήσεις, στο φως που πέφτει εκ δεξιών και φωτίζει τον πρωταγωνιστή σου. Άκου το πιάνο που έρχεται σαν απόηχος απο κάποια έμπνευση κάποιου που δεν είναι εκεί, που δεν ήταν ποτέ αλλά που πάντα απο κάπου μακριά σε παρακολουθεί σιωπηλά.
Είναι σχεδόν πάντοτε δύσκολο να πάρεις αποστάσεις απο τον εαυτό σου και το βαθύτερο νόημα όσων συμβαίνουν. Αν όμως σου συμβεί να το φανταστείς έστω και μια φορά, το σίγουρο είναι πως υπάρχει μια πιθανότητα να αρχίσεις να αφουγκράζεσαι την πνοή που κρατάει το φανταστικό κοινό σου. Αν πάλι έχεις την δυνατότητα, σήκω μέσα στην σκοτεινή αίθουσα, περπάτησε ανάμεσα στους διαδρόμους και κοίταξε τα βλέμματά τους. Κι ύστερα ξανακοίταξε τον πρωταγωνιστή σου. Ακολούθησε την διαδρομή των βλεμμάτων μεταξύ του κοινού και του κενού βλέμματος του ήρωα. Είσαι απολύτως σίγουρος τώρα πως δεν έχεις κοινό;
Τρίτη, Απριλίου 08, 2008
Coincidentia Oppositorum
Οδηγήθηκα με τυφλά βήματα και πάλι στο σπίτι του Δημιουργού μου, που συνορεύει με το δικό μου σπίτι με μια ευκολία στη γειτνίαση που κάποτε την αναζητούσα, και που τώρα απλώς πέφτω πάνω της. Σκέφθηκα, ήταν δίπλα, ήσουν δίπλα, όλα κάποτε είναι τόσο κοντά, τέτοιες ευκολίες μου δημιουργούν πάντα αμφιβολίες. Κοίταξα το οικοδόμημα απ' έξω, μου φάνηκε σαν έτοιμο να σωριαστεί πάνω στα θεμέλια του. Θα ορκιζόμουν ότι περίμενα από στιγμή σε στιγμή πως επρόκειτο να καταρρεύσει πάνω στις κολώνες του, το σπίτι του Δημιουργού μου. Ήθελα να μείνω από έξω και να παρακολουθώ την εκούσια κατεδάφιση του. Κι όμως μπήκα μέσα. Κι όχι επειδή δεν πίστεψα στις φαντασιοπληξίες μου.
Τίποτα λιγότερο από άπιστη λοιπόν, και ως τέτοια πήγα. Μπήκα στο σπίτι Του, χωρίς να αισθάνομαι πως Τον επισκεπτόμουν επιστρεφόμενη απο κάπου. Δεν ήξερα γιατί, βρέθηκα εκεί κατά σύμπτωση μάλλον, όπως λέμε τυχαία, δλδ με έναν κρύφιο συνειρμό που σέρνει μιαν οποιαδήποτε αβεβαιότητα. Αναρωτήθηκα αν διέσχισα το κατώφλι ως μετανοημένη, με έτρωγαν οι τύψεις της εκδούλευσης, μα σκέφτηκα πάλι πως όχι, ευτυχώς δεν έχω απόψε τίποτα να ζητήσω. Άναψα κεράκι όχι ως απροσανατόλιστη που βρέθηκε εκεί, μάλλον ως ατελέσφορη κατέληξα να ανεβαίνω τα σκαλιά Του, καθότι συνήθισα στο σκοτάδι κι οι φτωχές φλόγες των σκοτών, έπαψαν να με βολεύουν πια. Ύστερα Τον αναγνώρισα σαν να Τον ήξερα. Μα στην πραγματικότητα τίποτα δεν ήξερα για αυτόν, παρά μονάχα για την τυχαία μας γειτνίαση και πάλι.
Πέμπτη, Απριλίου 03, 2008
Συμβουλές ομορφιάς προς αναρχικά κορίτσια

Για σήμερα, συμβουλές ομορφιάς προς αναρχικά κορίτσια.
Αν θέλετε πλούσιες, στραφταλιστές βλεφαρίδες, στολισμένες με αστεροειδή μοτίβα, βλεφαρίδες με όγκο, κύρος και βαρύτητα, δεν έχετε παρά να ξυπνήσετε στη μέση της νύχτας από τον χειρότερο ενοχικό εφιάλτη σας, και νωρίς το πρωί, την ώρα της ανατολής, να σταθείτε μπροστά από το παράθυρο σας, την ώρα που βγαίνει το πρώτο φως του ήλιου και να αφήσετε τα δάκρυα σας να χυθούν με γενναιότητα στην εσοχή των ματιών σας. Προσέξτε με: λίγο μετά, καθώς θα απλώνετε την μάσκαρά σας πάνω στις πεντακάθαρες βλεφαρίδες σας, το σχήμα τους θα είναι αρκούντως ξεκάθαρο και έτσι η μαύρη, πυκνή χρωστική ουσία που σας είναι απαραίτητη, θα απλωθεί ομοιόμορφα.
Δευτέρα, Μαρτίου 17, 2008
Την ημέρα είμαι μηδαμινός και τη νύχτα είμαι εγώ
Με άλλα λόγια την ημέρα κατάπινε χούφτες τις σιωπές του, προσωρινά παυσίπονα φτηνής ανακούφισης, υποταγές σε μιάν άθλια, καταδιωκτική απορία, μια πλησμονή ερωτημάτων, που τις νύχτες γινόταν πρόστυχη κι ωστόσο αχόρταγη.
Τι γυρεύει λοιπόν κανείς στις νύχτες με ένα πρωινό ανάθεμα για λύχνο; Τόσο λίγο το φως της σιωπής. Λιγοστεύει απο νωρίς κι ας μη σε παίρνει ο ύπνος. Τι γυρεύει κανείς στο σκοτάδι με τα μάτια ορθάνοιχτα; Τι κι αν ο φόρος της διάνοιας πληρώνεται με αγρύπνια; Μόνη λαμπρότητα του σκοταδιού, η φυσική καταστροφή του θεατή του.
Δευτέρα, Ιανουαρίου 28, 2008
Παιχνίδια ενηλίκων, παιγμένα εξαίσια στο πιάνο.
Κάθομαι πολλές φορές απέναντι στον καθρέφτη μου και συνομιλώ με τα ξεχασμένα πένθη, τα δικά μου και των άλλων. Συχνότατα αποφθέγγομαι πως αρνούμαι την χυδαιότητα της κατήφειας. Υπάρχει κάτι φθηνό στην Πτώση, νομίζω. Αποστρέφομαι μετά βδελυγμίας την θλίψη πια, στρέφω το πρόσωπο μου μακριά της και σε ότι μου τη θυμίζει. Δυστυχώς ενθυμούμαι καλά πως σε ότι κλείνουμε την πόρτα, αυτό παραμένει εκεί να πεθαίνει στο κατώφλι μας. Σε τέτοια χυδαιότητα λοιπόν περιπέφτει η θλίψη, η δική μου κι όλων. Αν ήταν κάποιας αξίας, σκέφτομαι, σαφώς και θα αποχωρούσε με αξιοπρέπεια. Έτσι λοιπόν την περιφρονώ. Μπορώ και τέρπομαι απο αυτή την καταφρόνια. Εν τω μεταξύ τα κρύα βράδια που απρόσμενα βρέχει, θαρρώ με καλούν να αναμετρήσω τις σκέψεις μου με το πιάνο. Σαν να με πιάνει ένας παλιός φίλος εξ απήνης με την απίθανη επίσκεψή του, είμαι υποχρεωμένη σε μια θερμή, ρομαντική αντίστιξη νοσταλγικών διαθέσεων που δεν έχουν όμως ίχνος αισχύνης. Ευτυχώς οι νυχτερινοί του Σοπέν ή το Βαμμένο Βέλος του Ντεσπλά κρατούν τα ιδανικά προσχήματα που έχω ανάγκη για να ζήσω.
Παρασκευή, Νοεμβρίου 16, 2007
Βροχή και πάλι

Βροχή και πάλι.
Κάπου διάβασα πως η βροχή αρέσει στις γυναίκες. Ή μπορεί και το μάτι μου να έπεσε φευγαλέα πάλι σε κάποιον τίτλο βιβλίου ή άρθρου που να είχε τις λέξεις "βροχή" και "γυναίκες" και έτσι να συνδυάστηκαν οι δύο έννοιες στο μυαλό μου που αρέσκεται στο να φτιάχνει παζλ απο το τίποτα. Βροχή κι οι συνειρμοί εκ του μη όντος, που το μυαλό έχει την συνήθεια να αναμασάει. Θυμάμαι την άλλη φορά προσπαθούσα να καταλάβω γιατί δεν μας αγαπούν αυτοί που αγαπάμε, με την ίδια θέρμη και προσήλωση που εμείς επιδεικνύουμε. Θυμήθηκα έναν καλό μου φίλο που πέθαινε από έρωτα. Τον άκουγα, ανακαλώντας τον, να καταριέται, τον έβλεπα να τον αναπαριστά η μνήμη μου, να σέρνεται. Μέσα στην γενικότερη ψυχ(ρ)ολογική αντίδραση που με χαρακτηρίζει, με χτύπησε, όψιμα δυστυχώς, η αίσθηση αυτού που μικροί ονομάζαμε αδικία, και που μεγαλώνοντας το εξευγενίσαμε βαφτίζοντας το, το Παράλογο: γιατί δεν μας αγαπούν αυτοί που αγαπούμε, αναρωτήθηκα για μια στιγμή που κράτησε αιώνια, και που με άφησε να μετεωρίζομαι μεταξύ δύο χρονικών διαστάσεων, εμού ως παιδί που αναρωτιέται και επεξεργάζεται το ενήλικο αυτονόητο, και εμού ως ενήλικα που αναρωτιέται με το παιδί που ακόμα αναρωτιέται.
Χθες τη νύχτα βροχή και πάλι απο συνειρμούς, ολόκληρα πεζά κείμενα που με το πρώτο φως της ημέρας έπεσαν στο άτυχο κενό της μη καταγραφής. Νοήματα αραδιασμένα στο σκοτάδι, σαν πολύχρωμο κομφετί σε πανηγυρική γιορτή που τελείωσε, ρουφηγμένα από το τίποτα του φωτός της νέας ημέρας, λες και το πρωινό φως έρχεται πάντα για να κρύψει αυτά που δεν θέλουν να φανερωθούν. Δεν θυμάμαι τίποτα από όσα με κατέκλυσαν χθες το βράδυ. Σχεδόν κάθε βράδυ είναι σαν να δέχομαι μια πολιορκία από ιδέες και σκέψεις, ασυνάρτητες πολλές φορές, τις περισσότερες όμως όμορφα διατεταγμένες, έτοιμες να μου παραδοθούν ανά πάσα στιγμή αποφασίσω να τις κατακτήσω. Τις περισσότερες φορές δεν το κάνω. Τις αφήνω να πέφτουν στο λευκό τείχος της αδιαφορίας μου. Η έμπνευση, έλεγε ο Τζακ Λόντον, πρέπει να κυνηγιέται ακόμα και με το ρόπαλο. Στην δική μου την περίπτωση είναι φορές που ότι αγαπώ, το αφήνω να φύγει. Όπως για παράδειγμα τους συνειρμούς μου.
Τρίτη, Νοεμβρίου 06, 2007
Thoughts of a dying atheist
δηλητήριο χυμένο φροντισμένα,
ίσα ίσα να δημιουργεί επιθυμίες μεταξύ εμού και του ορίζοντα,
δηλαδή ανάμεσα σε μένα και σε ένα άγνωστο τοπίο, γεμάτο υποσχέσεις,
που με τα χρόνια έπαψε να δικαιώνει την αναμονή του.
Έτσι, από σήμερα με τυλίγει το φθινόπωρο με τη θαλπωρή του.
Γιατί το καλοκαίρι έχει μια δική μου αυτάρκεια,
η οποία χάνεται με το πρώτο ελαφρύ ρίγος
μιας προεξάρχουσας χειμωνιάτικης ανάγκης.
Κάπως έτσι προκύπτουν και οι μουσικοφθινοπωρείες που διανύσαμε ως εν ονείρω,
όπως οι επιγραφές ενός εγκαταλελειμμένου ξενοδοχείου
που τα βράδια εξακολουθούν να φωτίζουν τα έρημα δρομάκια
Thoughts of a dying atheist
*********************
It scares the hell out of me
_*__*__*__*__*__*__*__*_
and the end is all I can see
_*__*__*__*__*__*__*__*_
and it scares the hell out of me
_*__*__*__*__*__*__*__*__*_
and the end is all I can see
_*__*__*__*__*__*__*__*__*_
Αφού ούτε στα όνειρά μου
δεν μπορώ να σε φθάσω πια.
Κυριακή, Σεπτεμβρίου 30, 2007
Ετερόπτωτοι προσδιορισμοί

Μα φυσικά κι είναι ο πιο δυσπρόσιτος άνθρωπος, ο εαυτός μας. Ζω παρέα με έναν άγνωστο, ίσως για αυτό αποφάσισα οτί μου είναι αδύνατη η συμβίωση μου με ανθρώπους που όσο πέρναγε ο καιρός, τους γνώριζα όλο και καλύτερα. Εκείνοι δε, δεν γνώριζαν τίποτα για αυτό. Ισχυρίζονταν βέβαια πως εγώ τους γινόμουν οικεία. Δεν την ήθελα τέτοια οικειότητα. Δεν την ήθελα την οικειότητα που προυποθέτει βεβαιότητες. Δεν την σήκωνε ο χαρακτήρας μου, που δεν λεει να χωράει σε τετραγωνισμένες συνιστώσες. Με ξεβόλευαν απο την ελευθερία μου, με παγίδευαν σε ένα πρόσωπο που δεν ήμουν εγώ. Κι ύστερα, δε δεχόμουν τη βεβαιότητά μου, οτί ένα πρόσωπο μου γινόταν ντε και καλά οικείο, όσο και αν αυτή η γνώση διασφαλιζόταν μέρα με την ημέρα. Όχι, τέτοια οικειότητα είναι δεσμευτική, κι η οικειότητα, στον δικό μου τον κόσμο, είναι απελευθερωτική, θα πρέπει να επιτρέπει και να προτρέπει. Κι αυτή η οικειότητα δεν είχε στοιχεία απελευθέρωσης.
Δεν είναι αλήθεια οτί ό,τι αποκωδικοποιούμε, πεθαίνει. Τίποτα ζωντανό δεν μπορεί να αποκωδικοποιηθεί πλήρως. Μπορεί βέβαια να οδηγηθεί στην αυτοχειρία του, είτε μέσα απο την εμμονική επιβεβαίωση οτί είναι κάτι ή να επιμένει οτί δεν ετεροπροσδιορίζεται. Σε κάθε περίπτωση, αυτοκαταστρέφεται γιατί όλα συμβαίνουν.
Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 26, 2007
Κάτι χρωστάω στο τοπίο.

Παρασκευή, Αυγούστου 17, 2007
Ερωτηματικά, ξιπασμένη πολυτέλεια, όπως ο έρωτας

...και ας υποθέσουμε λοιπόν πως περπατάς μερικά χρόνια πάνω σε τούτο τον πλανήτη που ο αριθμός τους αποκτά για κάποιους σημασία βαρύνουσα. Κι ας υποθέσουμε οτί περπατάς και περπατάς και περπατάς. Κομμάτια σπέρνεις απο εδώ κι απο κει και μέχρι να προλάβει να σχηματιστεί η εικόνα σου και απο σένα τον ίδιο, πρέπει να συνεχίσεις παρακάτω λοιπόν. Και δεν είναι οτί δεν προσπάθησες, δεν είναι οτί δεν κατάθεσες ψυχή ή τουλάχιστον ψήγματα από ότι χρίστηκε η αλήθεια σου, δεν είναι πως δεν έσπειρες τα σπαράγματα του συμπυκνωμένου νοήματος σου ή δεν απελευθέρωσες ψιθύρους νοούμενων. Κι έφτασες μέχρις εδώ και κανείς δεν σε αναγνωρίζει. Και δεν είσαι για κανέναν ένα πρόσωπο ολοκληρωμένο. Είσαι η χ, για τον α, η ψ για τον β, κι η ω για τον γ. Ας μας διαμηνύσει κάποιος οτί δεν υπάρχει η αναγκαιότητα της ύπαρξης μιας προσωπικότητας ακέραιης που να θέλει να αντανακλά την ολότητά της στους Άλλους. Ναρκισσιστική εμμονή, εφηβική νοσταλγία ενός απολεσθέντος παραδείσου ή μια ακόμα έλλειψη νοήματος,η οριστική απώλεια μιας οριστικής ταυτότητας που αγκομαχά να δηλωθεί, παρά τα φαινόμενα. Θέλοντας να είσαι ο εαυτός σου θα πρέπει να εγκαταλείψεις την ανάγκη σου να καθρεφτίζεσαι. Εδώ θα πρέπει να μείνεις. Ταυτόχρονα θα αφήνεις στους άλλους το δικαίωμα να περιφέρονται ως ερωτηματικά στην ζωή σου, ίδιοι κι αυτοί περιπλανώμενοι και ανέστιοι αυτοεικόνας, φορτωμένοι αυταπάτες στο δισάκι τους, βολτάροντας πάνω κάτω στα φιδογυριστά δρομάκια μιας αρρωστιάρικης καθημερινότητας, που όλο ξεμακραίνει απο ότι θα μπορούσε τελικά να είναι αποκλειστικά δικό μας. Όχι, αυτού του είδους η ομοιομορφία στα νοήματα, το στρίμωγμα στις φτωχές αυταπάτες μας δεν μπορεί να είναι ποτέ αρκετό για κανέναν. Κι ύστερα υπάρχουν κι αυτοί που πεθαίνουν με έναν βίαιο θάνατο που δεν αξίζει. Αυτό είναι ένα νόημα φθηνό μα ταυτόχρονα απροσπέλαστο. Δίπλα σε αυτό η κάθε ανάγκη οποιασδήποτε αυτοπραγμάτωσης φαντάζει ξιπασμένη πολυτέλεια. Αν δεν είσαι εμμονικός με το θάνατο, τότε ο θάνατος ίσως κρύβει ένα τεράστιο νόημα. Κάθε φορά που σκέφτεσαι οτί θέλεις και άλλα απο αυτά που έχεις και θέλεις να πάς παραπέρα, νιώθεις εκείνο τον ενοχικό φόβο της απρόσμενης ειμαρμένης που καιροφυλακτεί για όλους. Τι αποφασίσαμε και είναι τελικά δικό μας; Τι είναι αποκλειστικά δικό μας κι όχι δάνειο ή φαντασιοπληξία που ενδοβάλαμε ίσα ίσα για να συμπληρώσουμε το σταυρόλεξο της καθημερινότητας; Ερωτηματικά, ερωτηματικά, ερωτηματικά. Κι οι λέξεις λεει ο ποιητής πρέπει να καρφώνονται σαν πρόκες. Κι όμως τα ερωτηματικά είναι εκείνα που φθάνουν στο μεδούλι σου.
Πέμπτη, Αυγούστου 09, 2007
Just a perfect day....
Καταφάσκω στην ιδέα του μεγάλου Ονείρου, με την ή από την επίγνωση έλλειψης της πιο μικρής τελειότητας.
Η τελειότερη ημέρα μου πια άλλαξε πρόσωπο και έγινε αγνώριστη, ακόμη και σε μένα.
Τρίτη, Αυγούστου 07, 2007
"Είσαι το πιο αγαπημένο μου κουτάβι"
Σ' αυτή τη ζωήδύσκολο δεν είναι να πεθάνεις, έλεγε ο Μαγιακόφσκι.
Να φτιάξεις τη ζωή
είναι πολύ δυσκολότερο.
Έτσι λοιπόν φύτρωσε μια πέτρα στο κεφάλι του. Απο απελπισία. Τι να τον τυραννούσε άραγε;
Διαβάζοντας τα γράμματα του προς τη Λίλιτσκα και τα δικά της προς αυτόν, το μόνο που μπορώ να διακρίνω είναι ένα ζευγάρι αγαπημένο πέρα απο στερεότυπα. Αγαπημένο μέσα στον έρωτά τους για τους άλλους.
"Είσαι το πιο αγαπημένο μου κουτάβι" του έλεγε.
Δεν αρκεί. Ούτε αυτό καμμιά φορά.