"Δεν υπάρχει το σύνολο αλλά η μονάδα, αυτή η χαίνουσα οπή που μέσα της ριζώνει, ριζώνει ατέρμονα ο φοβερός κοχλίας. Σε μια εγκοπή του μυστική να φυτευτεί ο τελευταίος σου στίχος και να μείνει"
Πέμπτη, Ιανουαρίου 31, 2008
Το Ύψος του Σώματος
Το σώμα δεν είναι εύκολη υπόθεση. Το σώμα είναι ό,τι πιο απαιτητικό υπάρχει. Τίποτε δεν είναι πιο πιεστικά, βασανιστικά, ασφυκτικά πιεστικό από το σώμα. Το σώμα δύσκολα αντέχεται. Δυσχερέστατα υποφέρεται. Διότι ζητά τόσα και τα ζητά με τέτοιον τρόπο ώστε για να του δοθούν αυτά, θα πρέπει οι κοινωνίες όπως τις γνωρίζουμε, να ήσαν φτιαγμένες αλλιώς. Αυτά πού ζητά, απαιτεί το σώμα, είναι, ως αιτήματα, αντιστρόφως ανάλογα προς εκείνα πού οι κοινωνίες μπόρεσαν και μπορούν να του δώσουν. Οι κοινωνίες είναι ανεπαρκέστατες εμπρός στα αιτήματα του σώματος. Και δεν πρόκειται ασφαλώς για τα λεγόμενα υλικά αγαθά. Τα αιτήματα του σώματος δεν έχουν να κάνουν με τα λεγόμενα υλικά αγαθά. Είναι άλλη μία παραχάραξη της αλήθειας του σώματος το να λέγεται και να διαδίδεται ότι τα αιτήματα του είναι μόνον υλικά.
Το σώμα ζητά τα πάντα.
Αυτό είναι πού κάνει το σώμα αφόρητο μέσα στα όρια των κοινωνιών πού γνωρίζουμε.
Αυτό, το ότι το σώμα ζητά τα πάντα, οι κοινωνίες πού γνωρίζουμε, δεν μπόρεσαν και δεν μπορούν να το αντιμετωπίσουν.
Δεν φταίει το σώμα γι' αυτό. Το σώμα είναι αυτό. Δεν μπορεί να είναι κάτι άλλο. Οτιδήποτε άλλο είναι ψευδές. Αυτό το άλλο, το ψευδές, επινοήθηκε και επεβλήθη διότι τα αιτήματα του σώματος ως αιτήματα ενός όλου ήσαν αιτήματα ολοκληρωτικά. Το σώμα δεν ζήτα αυτό χωρίς να ζήτα κι εκείνο δεν είναι αυτό χωρίς να είναι και εκείνο δεν θέλει αυτό χωρίς θέλει και εκείνο. Οι διαχωρισμοί σε αυτό και σε εκείνο, σε πάνω και σε κάτω, σε ανώτερο και κατώτερο, σε χαμηλό και σε υψηλό, σε πνευματικό και σε. υλικό, σε καλό και σε κακό, σε ηθικό και σε μη ηθικό, είναι οι διευκολύνσεις πού επινοήθηκαν για ν' αντέξει το κοινωνικό σώμα, δηλαδή ή ακρωτηριασμένη εκδοχή του σώματος, το πλήρες σώμα και τα αιτήματα του,
Ο διαχωρισμός στόχευε σε μία κατασκευαστική ευκολία, όπως κατασκευασμένος είναι κι αυτός ο διαχωρισμός.
Τα δύο άλογα του Πλάτωνος, πού στην πραγματικότητα είναι ένα, θα μπορούσαν θαυμάσια να τρέξουν μαζί χωρίς να πασχίζει ο έντρομη και αγωνιών ηνίοχος τους να τα συντονίσει, ματαίως, καθώς αυτά υποτίθεται, πασχίζουν να ακολουθήσουν διαφορετικές κατευθύνσεις το καθένα και να φτάσουν, υποτίθεται, σε διαφορετικό τερματισμό το καθένα.
'Αλλά και πάλι, το σώμα δεν θα έπαυε, ακόμη και τότε, να είναι μια εύκολη υπόθεση.
Το ζητούμενο όμως δεν είναι ή ευκολία. Το ζητούμενο είναι η αλήθεια, δηλαδή ή δυσκολία της αναπόδραστης πραγματικότητας.
Το σώμα είναι μία τρομερή υπόθεση για τον άνθρωπο. Μία υπόθεση τρομερή πού θα έπρεπε εξ αρχής ν' αντιμετωπισθεί ως τέτοια, και ως τέτοια ν' αποτελέσει το θεμέλιο και την αφετηρία ενός μεγάλου πολιτισμού.
Αυτός ο πολιτισμός θα μιλούσε την γλώσσα πού είναι η γλώσσα του σώματος, του σώματος ως όλου, του σώματος ως πράγματος ενός και όλου.Στην περίπτωση αυτή, όλα όσα έχουν καταχωρισθεί ως καλά κι υψηλά στην δικαιοδοσία του πνεύματος, θα περνούσαν αυτούσια και συλλήβδην στην δικαιοδοσία και του σώματος, και έτσι θα είχε αποκατασταθεί όχι μόνον μία θεμελιώδης τάξη άλλα και μία φυσική ισορροπία. Θα είχε αποκατασταθεί ή ενότητα και ή ολότητα. Το σώμα θα γινόταν ή ενότητα και ή ολότητα πού είναι, και μέσα σ' αυτήν την ενότητα και ολότητα θα είχε αναδειχθεί ή κατ' εξοχήν προεξέχουσα και προεξάρχουσα ιδιότητα του: το άπειρον.Ο μισός άνθρωπος θα συναντούσε τον άλλον μισό μέσα στο ίδιο τη το σώμα εν ζωή, και αυτή ή συμφιλίωση θα επέφερε την αδιάσπαστη συνύπαρξη κόσμων οι οποίοι διακηρύχθηκαν και ανακηρύχθηκαν αντίθετοι και ασυμβίβαστοι μεταξύ τους.
Ο ουρανός και ή γη θα είχαν ενωθεί, ο εδώ κόσμος και ο άλλος κόσμος
θα είχαν γίνει δ ένας κόσμος, και ό,τι επινόησε δ ανθρώπινος νους ως αντί¬θετο του σώματος, ως αποκλειστικώς και μόνον πνευματικό, θα είχε ενταχθεί στην ζώσα οργάνωση ή οποία, λειτουργώντας σε όλα τα επίπεδα χωρίς να υποτιμά κανένα, θα συνιστούσε τελικώς τον πλήρη άνθρωπο.
Έτσι, οι λέξεις της γλώσσας πού δεν είναι του σώματος, θα έχαναν την προτεραία σημασία τους, και δεν θα εννοούνταν ως αντίθετες ή μία στην άλλη άλλα ή κάθε μία θα ήταν ή άλλη.
Όλα θα συνέκλιναν στο σώμα. Όλα θα ήσαν όλο το σώμα.
Τα ρήματα δεν θα ανήκαν τα μισά στο σώμα και τα άλλα μισά σε κάτι άλλο που δεν είναι σώμα — λες και μπορεί στον άνθρωπο να υπάρξει ή να συμβεί κάτι δικό του έκτος ανθρώπου λες και μπορεί στον άνθρωπο να υπάρξει και να συμβεί κάτι δικό του στο οποίο το σώμα του θα είναι αμέτοχο, δηλαδή όπου ο ίδιος, για τον οποίο υπάρχει και στον οποίο συμβαίνει αυτό, είναι απών. Διότι, αυτό πού στην πραγματικότητα υπάρχει και συμβαίνει, πέρα από όλους τους φανατισμούς πού καλλιέργησαν τα πιο επιβλαβή και άδικα ψεύδη, είναι ότι το σώμα σκέφτεται, το σώμα φαντάζεται, το σώμα οραματίζεται, το σώμα εκστασιάζεται, το σώμα εμπνέεται, το σώμα γράφει και διαβάζει, το σώμα ονειρεύεται, το σώμα ποθεί, το σώμα λατρεύει, το σώμα δημιουργεί, το όλον σώμα, το σώμα φιλοσοφεί, διαλογίζεται, ανυψώνεται, αποθεώνεται, το σώμα είναι ποιητής, τραγουδιστής, το σώ¬μα επινοεί, αναπαριστά, εξιδανικεύει, το σώμα είναι το Αγαθό, είναι οί Ιδέες, δ Θεός, το όλον σώμα, αυτό πού λειτουργεί την ίδια ακριβώς στιγμή πεινώντας, αφοδεύοντας, εκκρίνοντας τα υγρά του, πάλλοντας με όλα τα όργανα του σε πλήρη και απόλυτη και αναγκαία συγχορδία, το σώμα, το όλον σώμα, με όλα τα μέλη του και όλα τα μέρη του, χωρίς καμμία παράλειψη, καμμία υποτίμηση, κανέναν ακρωτηριασμό, το όλον σε σώμα, ή τέλεια συναίρεση, το Ένα στην πληρέστερη μορφή του.
Αυτό είναι ή ομορφιά.
Ή ομορφιά του σώματος.
Ιδού το σώμα.
Αβάσταχτη ή ομορφιά του.
...
Δημήτρης Δημητριάδης, Η Εμπράγματη Φαντασία, Το Ύψος του Σώματος
Εκδόσεις Ίνδικτος
H Απόλαυση του Κειμένου
Έχουμε έτσι δυο τρόπους ανάγνωσης : ο ένας πάει κατευθείαν στις αρθρώσεις της ιστορίας, αντικρίζει την έκταση του κειμένου, αγνοεί τα παιχνιδίσματα της γλώσσας (όταν διαβάζω Ιούλιο Βερν προχωρώ γρήγορα : χάνω από το λόγο, κι ωστόσο ή ανάγνωση μου δεν σκαλώνει από το χάσιμο κάποιας λέξης— με την έννοια πού μπορεί να έχει τούτος ο όρος στη σπηλαιολογία)· ή άλλη ανάγνωση δεν προσπερνάει τίποτα. Ζυγιάζει, κολλάει στο κείμενο, διαβάζει, αν μπορούμε να πούμε, προσεχτικά και παράφορα, συλλαμβάνει σε κάθε σημείο του κειμένου το ασύνδετο πού τέμνει τα λεγόμενα — και όχι την πλοκή : δεν την αιχμαλωτίζει ή (λογική) έκταση, το ξεφύλλωμα των αληθειών, αλλά το φύλλωμα της σημαινότητας δηλαδή όπως στο παιχνίδι « πάνω χέρι-κάτω χέρι», ή διέγερση δεν προέρχεται από την ανταγωνιστική σπουδή, αλλά από ένα είδος κάθετου πανδαιμόνιου (το κάθετο της γλώσσας και του αφανισμού της)· είναι ή στιγμή οπού το κάθε (διαφορετικό) χέρι πηδάει πάνω από το άλλο (και όχι το ένα μετά το άλλο), όταν δημιουργείται το κενό καί παρασέρνει το θέμα του παιχνιδιού — το θέμα του κειμένου. Όμως, πολύ παράδοξα (τόσο έχει επικρατήσει ή γνώμη πώς αρκεί να κάνεις γρήγορα για να μην πλήξεις), ή δεύτερη τούτη, εφαρμοσμένη (στην κυριολεξία), ανάγνωση είναι εκείνη πού ταιριάζει στο μοντέρνο κείμενο, στο οριακό κείμενο. Διαβάστε αργά, διαβάστε ολόκληρο ένα μυθιστόρημα του Ζολά — το βιβλίο θα σας πέσει από τα χέρια. Διαβάστε στα γρήγορα, κομματιαστά, ένα μοντέρνο κείμενο — το κείμενο γίνεται σκοτεινό, κλειστό στην απόλαυσή σας. Θέλετε να συμβεί κάτι και δεν συμβαίνει τίποτα. Γιατί αυτό που συμβαίνει στην γλώσσα δεν συμβαίνει στο λόγο. Αυτό που «έρχεται», αυτό που «φεύγει», το κενό ανάμεσα στις δύο άκρες, το μεσοδιάστημα της απόλαυσης, δημιουργείται μέσα στον όγκο των λεγομένων, στην έκφραση, κι όχι στη συνοχή των εκφραζομένων.
Να μην καταβροχθίζεις, να μην καταπίνεις, αλλά να βοσκάς, να ψιλολογείς σχολαστικά, να ξαναβρείς για να διαβάσεις τους σημερινούς συγγραφείς, την άνεση των παλιών διαβασμάτων: να είσαι αριστοκράτης αναγνώστης."
Η Απόλαυση του Κειμένου
Ρολάν Μπαρτ
Δευτέρα, Ιανουαρίου 28, 2008
Παιχνίδια ενηλίκων, παιγμένα εξαίσια στο πιάνο.
Κάθομαι πολλές φορές απέναντι στον καθρέφτη μου και συνομιλώ με τα ξεχασμένα πένθη, τα δικά μου και των άλλων. Συχνότατα αποφθέγγομαι πως αρνούμαι την χυδαιότητα της κατήφειας. Υπάρχει κάτι φθηνό στην Πτώση, νομίζω. Αποστρέφομαι μετά βδελυγμίας την θλίψη πια, στρέφω το πρόσωπο μου μακριά της και σε ότι μου τη θυμίζει. Δυστυχώς ενθυμούμαι καλά πως σε ότι κλείνουμε την πόρτα, αυτό παραμένει εκεί να πεθαίνει στο κατώφλι μας. Σε τέτοια χυδαιότητα λοιπόν περιπέφτει η θλίψη, η δική μου κι όλων. Αν ήταν κάποιας αξίας, σκέφτομαι, σαφώς και θα αποχωρούσε με αξιοπρέπεια. Έτσι λοιπόν την περιφρονώ. Μπορώ και τέρπομαι απο αυτή την καταφρόνια. Εν τω μεταξύ τα κρύα βράδια που απρόσμενα βρέχει, θαρρώ με καλούν να αναμετρήσω τις σκέψεις μου με το πιάνο. Σαν να με πιάνει ένας παλιός φίλος εξ απήνης με την απίθανη επίσκεψή του, είμαι υποχρεωμένη σε μια θερμή, ρομαντική αντίστιξη νοσταλγικών διαθέσεων που δεν έχουν όμως ίχνος αισχύνης. Ευτυχώς οι νυχτερινοί του Σοπέν ή το Βαμμένο Βέλος του Ντεσπλά κρατούν τα ιδανικά προσχήματα που έχω ανάγκη για να ζήσω.
Παρασκευή, Δεκεμβρίου 28, 2007
Εγώ και ο Τσαγκ
Συνέβη πριν 23.000 χρόνια.
Συνάντησα τον Τσαγκ μέσα σε μια αίθουσα κατάμεστη από πλάσματα ζωντανά και περίεργα. Κατέβαινα μια τεράστια σκάλα, πλέοντας μέσα στο σατέν μου φόρεμα που η χλομάδα του έλαμπε, όταν με πρωτοείδε. Από την τεράστια απόσταση που μας χώριζε, πάνω από τα αμέτρητα κεφάλια των παρευρισκομένων που θορυβούσαν, το θρόισμα από το φουστάνι μου ταξίδεψε και έφθασε σε αυτόν. Έτσι με αντιλήφθηκε αρχικά, ως θρόισμα. Θα μπορούσε όμως να είχε προσπεράσει αυτό τον φαρφουριστό ήχο του φουστανιού μου. Διάφοροι παράξενοι θόρυβοι έφταναν στα αυτιά του, νιαουρίσματα, κλαυθμυρισμοί, γέλια που έσπαζαν καθρέφτες, κουβέντες θηλαστικών. Εκείνη την ώρα έπινε ράθυμα ένα ποτό με πορφυρή γεύση, με μια φέτα περγαμόντο ριγμένη άτσαλα στην επιφάνεια του, την οποία και περιεργαζόταν όταν αποφάσισε να σηκώσει το μάτι του, το ένα εκ των δύο, γιατί το άλλο ήταν καλυμμένο με το μαύρο προστατευτικό περίδεμα του πειρατή. Άφησε το ελλιπές βλέμμα του να περιπλανηθεί αδιάφορα στην αίθουσα ώσπου αυτό άρχιζε να αλλάζει χρώματα. Εκείνη τη στιγμή δεν το κατάλαβα, αλλά έπεσα μέσα στο πεδίο της άσκοπης παρατήρησης ενός ματιού που άλλαζε χρώματα, ένα αστείο που αργότερα έμελλε να πάρω στα σοβαρά. Οφείλω να ομολογήσω οτί το ένστικτο μου, που ξύπναγε σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις, εκείνη τη στιγμή δεν λειτούργησε αφού έτρεχα να προλάβω το τραγούδι που έπαιζε. Έπρεπε σύντομα να ξεκινήσω τον χορό αλλιώς θα έχανα την ευκαιρία να πετάξω μαζί με τους άλλους. Όπως συνήθως, βρέθηκα ξεδιάντροπα στη μέση της αίθουσας και ξεκίνησα το ρυθμικό μου λίκνισμα με το κυκλικό κούνημα των φτερών στον αέρα. Σύντομα θα απογειωνόμασταν, όλοι μας στην σειρά σαν σμήνος εράσμιων κύκνων, έτοιμων για το προσωπικό τους πέταγμα. Ήμουν πολύ περήφανη και για τα φτερά μου. Ήταν λεπτά και μακριά, γεμάτα πάλευκα πούπουλα που συνήθως υψώνονταν υπερήφανα γύρω μου και με περιέκλειαν σα σε κορνίζα αγίου, φιλοτεχνημένη από λεπταίσθητο καλλιτέχνη. Τίποτα δεν με είχε προετοιμάσει για το δυνατό και σταθερό άρπαγμα που ένιωσα στο χέρι μου. Ήμουν έτοιμη να απογειωθώ κι ίσως μάλιστα να βρισκόμουν ήδη λίγο πάνω από το έδαφος όταν από την γλυκιά μέθη της αυτοσυγκέντρωσης με ξύπνησε η δυνατή λαβή ενός χεριού, όχι πολύ μεγαλύτερου απο το δικό μου αλλά σίγουρα ισχυρότερου.
Γρήγορα βρεθήκαμε μόνοι σε ένα κλειστό, κυκλικό σαλόνι, ένα από τα αμέτρητα, ερμητικά κλειστά στο φως, δωμάτια του σπιτιού. Καθίσαμε στο πάτωμα ακουμπώντας τις πλάτες μας στον τοίχο και σιωπήσαμε. Ο Τσάγκ έσπασε πρώτος την σιωπή όταν έβγαλε από την τσέπη του ένα ματσάκι χόρτο το οποίο τύλιξε επιδέξια μέσα σε τσιγαρόχαρτο, το οποίο σάλιωσε μετά φτιάχνοντας ένα μεγάλο τσιγάρο που μου πρόσφερε. Το ένα τσιγάρο ακολούθησε το άλλο, ήρθαν και άλλοι φίλοι εν τω μεταξύ και σε λίγο γίναμε όλοι μια μικρή, γελαστή βαβούρα. Καθόμουν στο πάτωμα με τα πόδια διπλωμένα στο στήθος μου και χασκογελούσα φλυαρώντας με τους άλλους, κάνοντας ασήμαντα αστεία. Ο Τσαγκ άκουγε προσεκτικά τις αράθυμες κουβέντες και όταν πήρε το λόγο κάποτε, τα γέλια ξαφνικά σταμάτησαν και έπεσε πάλι σιωπή. Δεν θυμάμαι καθόλου για τι πράγμα μιλήσαμε εκείνο το βράδυ. Θυμάμαι μόνο πως μεταξύ των δυό μας δημιουργήθηκε μια μεγάλη και σκοτεινή γέφυρα οικειότητας έκτοτε. Μια γέφυρα που άρχιζε απο μένα και τέλειωνε σε αυτόν ή που άρχιζε απο αυτόν και τέλειωνε σε μένα και που όλοι οι άλλοι στέκονταν απο κάτω. Κανείς άλλος δεν πρόλαβε να δει πως τα βλέμματα μας, λειψά και σκοτεινά, συναντήθηκαν αρκετές φορές. Θυμάμαι πως ότι πρόλαβαν να παρατηρήσουν οι άλλοι στον Τσαγκ ήταν πως μιλούσε με τα μάτια κλειστά, μουρμουρίζοντας σχεδόν, ψαλμούς καμωμένους απο σκέψεις, σκόρπιες περιγραφές αναμνήσεων, διηγήσεις ονείρων ανάμεικτες με ψιθυρίσματα αγαπημένων τραγουδιών. Θυμάμαι επίσης πως κάποια στιγμή ξάπλωσα εκεί που ήμουν, εξακολουθώντας να κρατώ σφιχταγκαλιασμένα τα πόδια μου. Στο τέλος έγειρα στο πλάι, σε εμβρυϊκή στάση, αλλά και σαν εγκυμονούσα που βαστούσε τα σπλάχνα της. Το ακατάσχετο παραμιλητό του γέμισε την αγκαλιά μου με μωβ σαρκώδη λουλούδια που έβγαιναν μέσα απο την κοιλιά μου. Θα του τα πρόσφερα αλλά θέλησα να τα κρατήσω μυστικά. Και δικά μου. Τα έκρυψα λοιπόν στην αγκαλιά μου για να τα στολίσω στον κήπο μου. Ήταν η πρώτη φορά που κρατούσα κάτι, δικό μου. Συνήθως μοιραζόμουν τα λουλούδια που γεννιόντουσαν απο την κοιλιά μου. Αυτή τη φορά όμως η συνάντηση μου με ένα άλλο πλάσμα με έκανε να ενδοστρέφομαι. Όλα αυτά έλαβαν χώρα όταν ο Τσαγκ συνειδητοποίησε πως δεν έπρεπε να απλώνει το χόρτο του σε μικρή απο μένα απόσταση γιατί, τυφλή καθώς ήμουν απο μέθη αλλά και απο ελαττωματική όραση, όπως και αυτός άλλωστε αλλά για διαφορετικούς λόγους, δεν έβλεπα και συνήθως έριχνα το χόρτο του στα πόδια μου ή στη μούρη των άλλων ζητώντας ανόητα συγνώμη από τον ίδιο που ξεφυσούσε μανιασμένα.
Την άλλη μέρα ο Τσαγκ εμφανίστηκε στις πέτρινες σκάλες του κήπου μου, σκαρφαλωμένος στην κορυφή της κουπαστής. Είχα μόλις γυρίσει απο την πρωινή βόλτα στους ιδιωτικούς μου λαβυρίνθους με τα τριαντάφυλλα και τα άλλα κινούμενα θαύματα. Σάστισα όταν τον είδα στην κορυφή της σκάλας. Παρατήρησα την ξανθιά μπούκλα που κρεμόταν ανάμεσα στα μάτια του και που είχε ήδη στοιχειώσει τις νοσταλγικές μου διαθέσεις. Ξαφνικά άρχισε να πέφτει χιόνι και σύντομα έγιναν όλα λευκά γύρω μας, ακόμα και τα τριαντάφυλλα. Ο Τσαγκ αυτόχρημα μετακόμισε σε ένα απο τα δωμάτια στον πρώτο όροφο του σπιτιού μου. Δεν έμαθα ποτέ σε ποιο απο όλα. Ήξερα μόνον πως στο ταβάνι της κάμαρης μου υπήρχε μια τρύπα κάπου, από όπου ο Τσαγκ σε καθημερινή βάση με κατασκόπευε, ακόμα και όταν έπαιρνα το πρωινό μου. Δεν είχα αποδείξεις για αυτό. Απλώς τον αισθανόμουν. Αργότερα τον έβλεπα από το παράθυρό μου να ασχολείται με την κηπουρική. Προφανώς του άρεσε να καλλωπίζει τον κήπο ή μπορεί και να του άρεσε να τσαπίζει στο χώμα ενόσω εγώ ανακαθρεφτιζόμουν στα άδεια μαύρα μάρμαρα των δωματίων του σπιτιού μου. Όλα τα δωμάτια ήταν τεράστια και για να τα δεις όλα θα έπρεπε να σπαταλήσεις όλη σου την ημέρα σου. Ορισμένες γωνιές ήταν υπερφορτωμένες αλλά απο την μία γωνία των δωματίων μέχρι την άλλη είχα φροντίσει να μεσολαβούν αρκετά μέτρα κενού χώρου για να μπορεί κανείς να βολτάρει ή να χορεύει οποτεδήποτε το θελήσει. Σε καμμια περίπτωση πάντως δεν έπληττα μέσα στο σπίτι μου. Οι μετακινήσεις μου έμοιαζαν με ατέλειωτα κινηματογραφικά μονοπλάνα, ταξίδια ανάμεσα σε ορόφους, σκάλες που ανέβαιναν και τυλίγονταν σε σπείρες και που δεν έφταναν πουθενά, κλειστές πόρτες που άνοιγαν η μια πίσω απο την άλλη συνέχεια, διάφανοι τοίχοι και δωμάτια με πολλαπλούς καθρέφτες. Έτσι έμενα απασχολημένη το περισσότερο του χρόνου μου: Ή θα βολτάριζα στα ατέλειωτα δώματα ή θα χόρευα, ή θα επισκεπτόμουν τους ζωντανούς μου κήπους. Όλα αυτά φυσικά αφού έπαιρνα το πρωινό μου. Με τον Τσαγκ να με παρακολουθεί, είτε μέσα απο την τρύπα είτε απο τον κήπο μου, αισθανόμουν μια διαφορετική αίσθηση ασφάλειας. Όπως με το ρούχο που ρίχνει κανείς πάνω του, ένα φθινοπωρινό απόγευμα.
Μια μέρα ο Τσάγκ ανακάλυψε μέσα στην φωτογραφική του μηχανή εμένα. Τότε ζωντάνεψε ένας γοητευτικός εφιάλτης : ήμουν ήδη αντικείμενο της παρατήρησης του Τσαγκ, εν κρυπτώ και παραβύστω, τώρα έγινα και η επίσημη ασχολία του. Ο Τσαγκ έγινε η δεύτερη σκιά μου και με έβγαζε τόσες φωτογραφίες όσες και οι ανάσες που έπαιρνα για να ζήσω. Στην αρχή πίστεψα πως επρόκειτο περί ενός περαστικού καπρίτσιου του αλλά έκανα λάθος. Οι ώρες μου με τον Τσαγκ γέμισαν απο τον θόρυβο του φωτογραφικού ματιού της παλιάς ρώσικης μηχανής του που ανοιγόκλεινε. Αργότερα ανακάλυψα οτί την μηχανή την είχε ανασύρει απο το πλήθος των αντικών μου. Κάποια στιγμή συνήθισα να πίνω το τσάι μου και να φωτογραφίζομαι. Εκείνο που αργά συνειδητοποίησα ήταν οτί ο Τσαγκ όποτε αποφάσιζε να φωτογραφήσει εμένα, αφαιρούσε το μαύρο περίδεμα του αριστερού του ματιού που μέχρι τότε παρέμενε μόνιμα στο σκοτάδι. Η κάμερα αυτή τη φορά εστίαζε πάνω μου μέσα απο το γυμνό μάτι του. Δεν κατάφερα ποτέ να τον πείσω να με αφήσει να το δω. Όποτε έβγαζε την κάμερα απο πάνω, φρόντιζε να το καλύπτει και πάλι. Το άλλο μάτι του, εκείνο στο οποίο είχα πρόσβαση, ήταν βαθύ μπλε, άλλοτε ανοιχτό γαλάζιο, πάντοτε όμως γεμάτο απο ακτίνες μαύρες, καφέ και πράσινες. Κάποτε το μάτι του γέμιζε με αυτές τις παράξενες ακτίνες και γινόταν σκούρο, σχεδόν μαύρο. Τότε ήταν που τον απέφευγα. Μια μέρα με έπιασε πάλι απο το χέρι σταματώντας με ενώ προσπαθούσα να μην τον κοιτώ. "Άκου" μου ψιθύρισε στο αυτί, κρατώντας με δυνατά, λίγο πριν με πονέσει. "Έχεις δει τα δικά σου μάτια πως γίνονται; Κάποτε γίνονται τόσο διάφανα που δεν σε βλέπω". Νομίζω πως αυτή ήταν η πρώτη και τελευταία μας διαφωνία με τον Τσαγκ. Έκτοτε μάλλον συμβιβαστήκαμε με τις διαφορές μας, κι όχι απλώς συναινετικά. Νομίζω οτί τότε ακριβώς επισφραγίσαμε την μυστική συνενοχή μας στο τίποτα που υπήρξαμε στο παρελθόν και στο εμείς που δημιουργήσαμε μόλις εκείνη τη στιγμή. Τότε ακριβώς όμως απομακρυνθήκαμε κιόλας. Σε μια στιγμή ήρθαμε κοντά και την άλλη αναπηδήσαμε μακριά.
Ένα πρωί καθώς έπινα το τσάι μου στο κρεββάτι μου, συνειδητοποίησα οτί ο Τσαγκ είχε φύγει. Η σκέψη με τάραξε κι έχυσα λιγο τσάι πάνω στο ντεκολτέ μου. Μαζεύτηκα γρήγορα, σκούπισα τα χέρια μου με μια πετσέτα αλλά άφησα μια σταγόνα τρέξει πάνω στο δέρμα μου. Έμεινα ψύχραιμη μέχρι που τελείωσα το πρωινό μου κι ύστερα βγήκα στον κήπο. Ήταν άνοιξη και τα λουλούδια μου οργίαζαν μεταξύ τους. Οι παραδεισένιες αναθυμιάσεις απο τα όργια που έκαναν, με ζάλιζαν και το φως του ήλιου με τύφλωνε. Γύρισα στο σπίτι και αφού διέσχισα όλα τα δωμάτια, πράγμα που μου πήρε όλη την ημέρα, συνειδητοποίησα οτί το βήμα μου το άκουγα μόνον εγώ. Ο Τσαγκ δεν ήταν εκεί να με ακούσει. Ανέβηκα στο δωμάτιο μου και κοιμήθηκα μέχρι το άλλο πρωί όπου και επανέλαβα την ιεροτελεστία της προηγούμενης. Φτάνοντας ξανά το επόμενο βράδυ στο κρεββάτι για άλλον ένα ατέλειωτο ύπνο, συνειδητοποίησα πως δεν μπορούσα να κοιμηθώ. ΄Εκτοτε δεν μπορώ να κοιμηθώ εύκολα. Αντ'αυτού τα βράδια ζωγραφίζω μεγάλες ακουαρέλες. Είναι μια καινούργια ασχολία που με απορροφά ολοκληρωτικά. Κάποια στιγμή μάλιστα αποφάσισα να πάρω τις ακουαρέλες μου και να βγω στον κήπο για να ζωγραφίζω εκεί. Έτσι ο φωτογραφικός φακός του Τσαγκ αντικαταστάθηκε από την δική μου ζωγραφική μανία. Αργότερα πήρα τα πινέλα και τα χρώματά μου και βγήκα στο δρόμο. Το αγαπημένο μου σημείο έγινε το λιμάνι, οπού έμαθα να ζωγραφίζω βάρκες και πλοία. Μου φαίνονταν ωραιότερα απο τα λουλούδια μου. Είχαν το χρώμα της φυγής και την σκουριά της απραξίας αφού κανένας δεν τα χρησιμοποιούσε πια. Σύντομα έγινα ένα με το τοπίο του λιμανιού και ξέχασα.
Μαθαίνω για τον Τσαγκ απο διάφορα πρόσωπα που τον συνάντησαν. Ευτυχώς ακόμα κάπου υπάρχει, ακούω και σκέφτομαι, και συνήθως εμφανίζεται στην κορυφές μιας σκάλας. Ακούω πως είναι καλά και μαθαίνω πως δεν ρωτάει ποτέ για μένα. ΄Εμαθα επίσης πως συναναστρέφεται καινούργιες παρέες με μακρυμαλούσες ξωθιές με φλογερά κόκκινα μαλλιά, με θλιβερά εξαίσιες διαμόνισσες, από αυτές που με τρομάζουν με τις μακριές τους γλώσσες, με φαύνους και χρυσοδάκτυλους, με καλλικαντζαρούδια, γελωτοποιούς και ανέμελους τσιρκολάνους. Έμαθα επίσης απο έναν αριβίστα αστρομάντη πως παραλίγο να βρεθούμε αλλά αυτή η συνάντηση απετράπη την τελευταία στιγμή. Για ποιούς λόγους δεν έμαθα γιατί η γυάλα του αστρομάντη μου, λεει, γέμισε με σκοτάδι και δεν του αποκάλυψε τίποτα. Μάταια περίμενα μέχρι τώρα να τον δω. Ακόμα και σήμερα που μιλάμε, φοράω το καλύτερο μου φόρεμα όταν κατεβαίνω σκάλες, περιμένοντας να αισθανθώ την σθεναρή αρπάγη του χεριού του και την ανάλαφρη περιφορά του γύρω μου. Έτσι σκέφτομαι εμάς, πως δηλαδή εγώ και ο Τσαγκ, είμαστε πλάσματα χωρίς συμπεράσματα.
Παρασκευή, Δεκεμβρίου 14, 2007
Lady Chatterley et l'homme des bois

Η ταινία "Lady Chatterley et l'homme des bois" της σκηνοθέτιδος Pascale Ferran είναι μια ταινία που δεν μπορεί κανείς να πει αριστουργηματική. Eίναι μια καθαρά ερωτική ταινία, της οποίας η πλοκή ακολουθεί πιστά την δεύτερη εκδοχή του ομώνυμου μυθιστορήματος του D.H. Lawrence στην οποία ο συγγραφέας μας δίνει ένα τέλος δίχως μελοδραματικές εντάσεις. Η δράση κινείται καθ΄όλη την διάρκεια της ταινίας σε πολύ χαμηλούς τόνους και τα κάδρα του φωτογράφου μοιάζουν να παγώνουν εικόνες απο ιμπρεσιoνιστικούς πίνακες της Μπελ Επόκ.
Είναι πράγματι πολύ δύσκολο να κάνει κανείς μια αυστηρά ερωτική ταινία δίχως να κάνει τους απαιτητικούς θεατές να χασμουρηθούν ή να μην κριτικάρουν την ευκολία ενός αβανταδόρικου θέματος. Ωστόσο θεωρώ οτί οι αμιγώς ερωτικές ταινίες, όταν οι σκηνοθέτες τους δεν επιθυμούν να μείνουν στην μνήμη του κόσμου μόνον για τις ερωτικές σκηνές τους, έχουν έναν πολύ δύσκολο ρόλο. Αυτόν τον ρόλο ανέλαβε η Pascale Ferran, δημιουργώντας μια ταινία αξιώσεων, ενόσω ο φακός της δεν εστιάζει παρά μόνον στην σεξουαλική αφύπνιση της ηρωίδας της με φόντο την γαλλική επαρχία. Βέβαια η Φεράν δεν ξεχνά να αναδείξει πως την ψυχολογική εξέλιξη της ηρωίδας της βάζει σε κίνηση το ξύπνημα της σάρκας, διαδικασία που συμπαρασύρει κάποιες φορές και αυτόν τον ίδιο το νου. Έτσι η Λαίδη Τσάτερλυ της Φεράν, εκτός απο το να μάθει να εκτιμάει τα σωματικά προσόντα του επιστάτη της τα οποία διεγείρουν τις αδρανής αισθήσεις της, μαθαίνει και να σκέπτεται.
Η Λαίδη ζει με τον πλούσιο σύζυγο της, καθηλωμένο σε αναπηρική καρέκλα, ο οποίος δεν της προσφέρει τίποτα εξόν απο μια άνετη διαβίωση. Η ανακάλυψη των συγκινήσεων του σώματος ενός άλλου άνδρα, απλού στην ψυχολογία αλλά κοινωνικώς "άξεστου" όπως αναφέρεται σε αυτόν ο σύζυγός της, την εισάγει σε μια εμπειρία σχεδόν κοινωνικοποίησης, αφού η απλότητα του, καθώς και ο τρόπος ζωής του θα την κάνει να αμφισβητήσει τα ήθη της εποχής αλλά και τις κοινωνικοπολιτικές νόρμες. Η επανάσταση της αν και ήσσονος σημασίας είναι μεγάλης αξίας αφού θα μπορέσει να βρει την δύναμη να αντιταχθεί στην απόλυτη κυριαρχία του άνδρα της και να διεκδικήσει ακόμα και ένα παιδί για την ίδια. Αυτό είναι ένα μεγάλο πλήγμα στην καρδιά του μπουρζουά συζύγου που νομίζει πως με την τσέπη του μπορεί να έχει τον έλεγχο στην ζωή όλων των υποτελών του, όπως της συζύγου του. Η αξία της ταινίας δεν έγκειται όμως τόσο στο κοινωνικό ή φεμινιστικό της μήνυμα. Αυτό που η Φερράν καταφέρνει, είναι να αιχμαλωτίσει το ενδιαφέρον του θεατή σε μια ερωτική ιστορία μιας μοιχαλίδας που κανονικά θα έπρεπε να μας απασχολεί με το ηθικό της ζήτημα. Παρόλα αυτά αφηγείται μια σχέση αρμονίας, μια σχέση που ουσιαστικά γίνεται η χαρά της ζωής και δεν αφήνει τις κοινωνικές συμβάσεις να μπουν εμπόδιο, επιβεβαιώνοντας πως τελικά οι σχέσεις των ανθρώπων μπορούν κάλλιστα να επιβληθούν πάνω στις συνθήκες.
Πέμπτη, Δεκεμβρίου 13, 2007
Άσκοπες σκέψεις περί γραφής
Τι ακριβώς κάνω εγώ εδώ τώρα; Προσπαθώ να συναρμόσω την ανομοιογένεια μου ίσως. Ωστόσο δεν αντέχω την κατήφεια που επιβάλλεται στα περισσότερα αντιφατικά, προσωπικά δεδομένα που ενόσω γράφονται προσπαθούν να επιβληθούν. Γεύομαι κάθε φορά αυτή την αντινομία, βουτάω το δάχτυλο στη γλύκα του μη νοήματος και το γλύφω περιπαίζοντας τον ίδιο μου τον εαυτό. Κάθε τι που γράφεται, την ίδια στιγμή έλκεται ταυτόχρονα από όλα αυτά που έμειναν ανείπωτα. Κι όμως εξακολουθεί και έλκει αυτή η διαδικασία η οποία λαμβάνει χώρα στον κόσμο των ιδεών, του οποίου οι συνθήκες είναι από την φύση τους περιοριστικές, αφού από τα γραφόμενα απουσιάζει η γλώσσα της αίσθησης, που είναι η μητρική γλώσσα της ανθρώπινης συνθήκης. Μοιάζει καμμιά φορά ένα ισχυρό ένστικτο επιβίωσης να αντιστρατεύεται την ροπή προς το γράψιμο. Κάποτε έγραψα ένα μυθιστόρημα το οποίο έφτασε τις επτακόσιες σελίδες ζωντανού γραπτού. Τρόμαξα τόσο πολύ με τον όγκο του και με το δάχτυλο μου που απο την πίεση που δεχόταν απο το μολύβι εως και σήμερα εξακολουθεί να είναι παραμορφωμένο. Ταυτόχρονα τρόμαξα με την μεθυστική ελευθερία των άπειρων δυνατοτήτων που γευόμουν στον χώρο του φαντασιακού, που φυσικά ρουφούσε ανελέητα τον χρόνο και την ενέργειά μου απο κάθε πραγματική ζωή.
Μήπως γράφουμε για να πλάσουμε μυθικά τον εαυτό μας, να τον μυθοποιήσουμε στα μάτια μας; Αναρωτιέμαι επίσης αν το στοίχημα είναι να τον απελευθερώσουμε ή αν τελικά αυτοπεριοριζόμαστε μέσα στους προσωπικούς μας μύθους. Σκέφτομαι πως η γραφή καμμία φορά είναι ένα επινοημένο παιχνίδι του νου, ένα σταυρόλεξο που μας βάζει ο απών εαυτός, αυτός που ζει στη σκιά του σώματος και όλων των πεπραγμένων μας, για να ανακαλύπτουμε μόνοι μας κάθε φορά τις λέξεις που κάθε στιγμή διασταυρώνονται για να κάνουν τις στιγμές να πάψουν να μοιάζουν με ομοιότυπους βώλους που περνούν αδιάφορα από το αριθμολόγιο του χρόνου. Ωστόσο, όσο περισσότερο κανείς εισέρχεται στο σκοτεινό τούνελ των εσώτερων του, τόσο περισσότερο ανακαλύπτει το κενό. Η γραφή κάποτε συνιστά το ψηλάφισμα των τυφλών σημείων του. Αλλά και πάλι αυτό είναι μια μια αίσθηση-φυγάς, που αγωνίζεται να δραπετεύσει απο το ανώφελο. Φαίνεται μοιραίο, πως κάθε φορά που κάποιος γράφει κάτι δικό του, στήνει μια πλεκτάνη στον εαυτό του για να βρεθεί πάλι και πάλι και πάλι, πάνω από έναν γκρεμό που βαθαίνει αβυσσαλέα στο πλάι του.