Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελιτισμοί και άλλα διαφυγόντα κέρδη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελιτισμοί και άλλα διαφυγόντα κέρδη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη, Μαρτίου 10, 2011

Το απολωλός-Γιάννης Βαρβέρης

Άδικα ψάχνεις, Κύριε, το απολωλός
κι άδικα θα χαρείς την εύρεσή του.
Αντίθετα, να σαι περήφανος που με παρρησία θα σ' αρνηθεί
για την "τιμή και την πεποίθησή του".
Το απολωλός θα ζήσει κατά την κρίση του
και σύμφωνα μ' αυτήν ίσως στο τέλος θα κριθεί.
Η ανησυχία και η θλίψη Σου θα πρεπε μάλλον
να στραφούν στα υπόλοιπα ενενήντα εννέα: σε μας.
Με τη μορφή προβάτων, αδιάκοπα κοντά σου
μας έχεις αιώνες τώρα
και για πάντα
χάσει.


Εκδ. Κέδρος 2009

Κυριακή, Φεβρουαρίου 22, 2009

Εκείνη ήταν Αυτός

Εκείνη ήταν αυτός.

Ήταν τα χέρια του πάνω σε αυτό το τετράδιο ή σ’ αυτό το βιβλίο. Παραξενευόταν που το είδωλό της πάνω στο τζάμι δεν είχε ξανθά μαλλιά. Τον ήθελε ελεύθερο, χωρίς κανέναν περιορισμό, κι αυτό εκείνος το ήξερε. Τον συνόδευε, αόρατη, αφού ζούσε μέσα του, το βράδυ, κατά μήκος μιας αποβάθρας του Έλβα, σε αναζήτηση ποιος ξέρει ποιας γνωριμίας που προκαταβολικά είχε αποφασίσει να μην υποφέρει για αυτήν. Διαμιάς την πλημμυρίζει μια χαρά απέραντη, αλλιώτικη από του οργασμού, αφού δεν συγκλονίζει μόνο ένα τρίσβαθο του κορμιού της, όμοια με αυτή του κρεβατιού αφού είναι εγκατάλειψη και ευδαιμονία, πληρότητα του να είσαι και να μην είσαι πια. Ο νους της αποτιμούσε με ψυχραιμία εκείνο το δώρο που δεν το έβλεπε σα να της οφειλόταν και που εξηγούσε πότε σαν ένα θαύμα, πως ένα πέρασμα κατωφλιού, πότε σαν ένα χώνεμα σ’ενα ανδρόγυνο όλο. Να τη σκεφτόταν κι εκείνος; Να δοκίμαζε κάποια ανάλογη συγκίνηση; Ποτέ δεν θέλησε να το εξακριβώσει: οι στιγμιαίες ευτυχίες των άλλων ανήκουν μόνο σε εκείνους, όπως και οι δυστυχίες τους.

Μαργκερίτ Ντυράς

Παρασκευή, Οκτωβρίου 10, 2008

Ελευθερία, μια τρομερή ευτυχία



"...Βρίσκουμε τους ανθρώπους πολύ μόνους στη σημερινή κοινωνία. Λέγοντας το έτσι, δεν σημαίνει τίποτα νομίζω. Υπάρχουν άνθρωποι αβίωτοι, τους οποίους αποφεύγει όλος ο κόσμος, γιατί στ' αλήθεια δεν είναι προικισμένοι με μοναξιά. Άνθρωποι που δεν βλέπουν, δεν ακούν, ενοικούν στη ζωή με οποιοδήποτε τίμημα. Άνθρωποι τρομαγμένοι, απομονωμένοι από τον τρόμο τους, ακόμη κι απ' την ιδέα της μοναξιάς της ζωής. Ο τρόμος τους τρομάζει κι εμάς με τη σειρά μας. Εμείς, αν μιλάμε για μοναξιά, βρίσκουμε πως οι άνθρωποι είναι μαζί πολύ μόνοι, και όχι αρκετά μόνοι. Οι περισσότεροι άνθρωποι παντρεύονται για να βγουν απ' τη μοναξιά. Να ζουν μαζί, να τρώνε μαζί, να πηγαίνουν σινεμά μαζί. Η μοναξιά αναταράζεται αλλά δεν νικιέται. Η ασφάλεια: η προσφυγή στον πάντοτε παρόντα άλλο. Το ζευγάρι των εραστών είναι το γεγονός μιας στιγμής. Δεν επιβιώνει ποτέ στο γάμο. Το ζευγάρι είναι χριστιανικό σ' όλες τις δυτικές κοινωνίες, πάντα. Αλλά σε κάθε ζευγάρι που γεννιέται με ακέραιη τη ψευδαίσθηση ότι θ' αποτελέσει την εξαίρεση στον κανόνα. Αγάπη, αυτό είναι. Το ζευγάρι. Το τέλος της ατομικής περιπέτειας, όποιας τάξης κι αν είναι - η μητρότητα, αντίθετα, βλέπω πως είναι μια παράδοση του εαυτού, ακόμη κι αν διπλασιάζεται μ' ένα παιδί, κι αν μεγαλώνει μ' ένα παιδί, κι αν δεν μοιράζεται μαζί του. Δεν μπορεί να κάνει τίποτα κανείς με το ζευγάρι μέσα στο ζευγάρι, παρά να περιμένει να κουβαριαστεί αυτό το θαύμα, ο χρόνος του έρωτα. Το ζευγάρι είναι από μόνο του ο αυτοσκοπός του. Με τους δύο δεν κάνει τίποτα κανείς, τίποτα, ούτε καν το παιδί γίνεται μόνο του, ούτε ο έρωτας, γίνεται αλλού, εκεί όπου κεραυνοβολεί, εκεί, μέσα στο ζευγάρι δεν τον ξέρει πια κανείς, εκεί δεν ξέρει πια κανείς τίποτα για τον έρωτα, περνάει τον καιρό, τη ζωή. Περνά πάνω στη ζωή. Η ζωή που περνάει φευγαλέα δεν μας πληγώνει. Η μοναξιά υποφέρεται, δεν είναι πια η απομόνωση. Γι' αυτό το λόγο το ζευγάρι είναι ζηλευτό και φαίνεται σαν το ευφυές εύρημα να περνάει ο χρόνος της ζωής σ' όλες τις κοινωνίες του κόσμου. Γίνεται μέσα σ' αυτό μια σταθερή αναφορά σε μια πιστότητα νοούμενη σαν θρησκευτική απαγόρευση. Ο ερωτάς μας ήταν τόσο δυνατός, ώστε δεν μπορώ να του/της είμαι άπιστος χωρίς να βλασφημώ το θεό. Οι νέοι που λένε ότι δεν έχουν γνωρίσει, δεν ξέρουν αυτό το μαρτύριο... κανείς δεν μπορεί να τους πιστέψει, εκτός κι αν μιλούν γι’ άλλο πράγμα, για παρέα, για νοικοκυριό, όχι όμως για έρωτα, ούτε για επιθυμία. Αυτό το μαρτύριο, αυτό το ήθος καταλαμβάνει όλες τις πλευρές της ζωής. Όταν γράφω, αφήνω κάτι άλλο. Όταν αγαπώ «αλλού», παραμελώ τον έρωτα αυτού ή αυτής που με περιμένει. Όταν φεύγω, εγκαταλείπω. Όταν απομακρύνομαι, θέλω κιόλας να εγκαταλείψω. Οι ευθύνες αδρανούν. Η ευτυχία παραλύει. Δεν ακολουθεί την ελευθερία. Η δοκιμασία της ελευθερίας είναι χωρίς αμφιβολία η σκληρότερη απ' όλες, αλλά αφορά μια άλλη τρομερή ευτυχία. Όταν μιλούμε για μοναχικούς ανθρώπους, το ίδιο συμβαίνει κι εκεί, τους βρίσκουμε και στα ζευγάρια αυτά που λένε ότι είναι ευτυχισμένα, σταθερά. Υπάρχουν παιδιά. Δουλειά. Κάνουν έρωτα Σάββατο απόγευμα. Δεν έχουν πια πόθο ο ένας για τον άλλον, παρά μια βαθιά συμπάθεια. Ονειρεύονται κάθε νύχτα έναν καινούργιο έρωτα. Καινούρια επιθυμία. Δεν λένε τίποτα για όνειρα. Το όνειρο αποβαίνει αξιόποινη προδοσία. Η προδοσία είναι εκείνη που μένει η πιο αληθινή πλευρά του έρωτα. Αυτή που επιτρέπει την αναμονή..."


Les yeux verts, M.Duras
photo: Jan Saudek

Δευτέρα, Ιουλίου 07, 2008

Η έλξη του ατελέσφορου

"Επιστήμονες του συρμού μας λένε οτί το πάθος μας για την αλήθεια είναι όντως μια πάθηση. Σύμφωνα με τα όσα αντιλαμβάνομαι, ή εν λόγω θεωρία σχετίζεται με το γεγονός οτί χρησιμοποιούμε κυρίως το αριστερό ημισφαίριο του εγκεφάλου μας, με τα κέντρα του λόγου, το ελληνικό κομμάτι, το φιλόδοξο, το δεσποτικό, το κυρίαρχο μισό. Στο παραμελημένο δεξιό τμήμα εδρεύει ή αγάπη, ή διαίσθηση, ο οίκτος, οι πιο παλιοί οργανικοί τρόποι που μας επιτρέπουν να αποκτούμε εμπειρία του κόσμου και όχι να τον γραπώνουμε άπ' το λαιμό. Μας προτρέπουν να εγκαταλείψουμε την περήφανη εικόνα του Homo Sapiens -του ανθρώπου της γνώσης, του κυνηγού της γνώσης- και να προσεγγίσουμε τη χαριτωμένη εικόνα του Homo Ludens, που σημαίνει, απλούστατα, άνθρωπος παιχνιδιάρης, άνθρωπος χαλαρός και διαισθητικός, ύπαρξη Βουκολική. Αυτά πού μετρούν περισσότερο, μας διαβεβαιώνουν, αν δεν θέλουμε να καταλήξουμε κυριολεκτικά σε κοινωνική αυτοκτονία, δεν είναι ή έρευνα για το χιμαιρικό, το ενδεχομένως καταστροφικό συμβάν, αλλά ή αναζήτηση του εαυτού, της ταυτότητας, της κοινότητας. Ίσως —και αυτό μας το λένε άνθρωποι εξαιρετικά ακέραιοι- ίσως υπάρχουν ήπιες μορφές ενέργειας, ή ανακύκλωση και ή διατήρηση, μια απόπειρα για την άρση της ζημιάς πού επήλθε από τη σπατάλη, από την αυτοκτονική βαρβαρότητα της βιομηχανικής επανάστασης στην οποία αναφερθήκαμε μιλώντας για τον Λεβι-Στρώς.

Κι αν υφίσταται ή αποκαλούμενη εναλλακτική τεχνολογία, γιατί να μην υφίσταται εναλλακτική λογική, εναλλακτικός τρόπος σκέψης και συναισθήματος; Προτού γίνει κυνηγός και φονιάς, ό άνθρωπος συνέλεγε καρπούς στις παρυφές του Κήπου της Εδέμ. Σ' αυτό θα αποτολμούσα να δώσω τις ακόλουθες απαντήσεις. Δεν πιστεύω οτί θα λειτουργήσει. Στο πιο ωμό, στο πιο εμπειρικό επίπεδο (έκτος από περιπτώσεις μαζικής στρατιωτικής ή πολεμικής καταστροφής), δεν άπαντα στην ιστορία κανένα παράδειγμα πολύπλοκου οικονομικού και τεχνολογικού συστήματος πού να πισωγυρίζει σε πιο απλό, πιο πρωτόγονο στάδιο ύπαρξης. Συμφωνώ οτί ατομικά μπορεί να συμβεί. Όλοι μας, πιστεύω, γνωρίζουμε κάποιον παλιό συνάδελφο από το πανεπιστήμιο ή φοιτητή πού έχει αναπτύξει τη δική του βιολογική καλλιέργεια, πού ζει σε μια καλύβα στο δάσος, πού προσπαθεί να εκπαιδεύσει τα παιδιά του μακριά από το σχολικό σύστημα. Σε ατομικό επίπεδο, ενδέχεται να λειτουργεί. Κοινωνικά, κατά τη γνώμη μου, είναι ουτοπία.

Κατά δεύτερο λόγο, κι αυτό είναι πιο σημαντικό, αντιβαίνει στην ιστορία του εγκεφαλικού φλοιού μας, του εγκεφάλου όπως τον έχουμε χρησιμοποιήσει εμείς οι Δυτικοί. Στον εγκέφαλο μας, ή αναζήτηση της αλήθειας είναι, φρονώ, μοιραία χαραγμένη - και ξέρω πώς, όταν χρησιμοποιώ τη λέξη χαραγμένη, δανείζομαι μια προβληματική μεταφορά. Χαραγμένη, νομίζω, μέσω της διατροφής, του κλίματος, των οικονομικών παραμέτρων, πού για πρώτη φορά πυροδότησαν τις εγγενείς ικανότητες εκείνων των θαυμαστών και επικίνδυνων ανθρώπων, των αρχαίων Ελλήνων, και προκάλεσαν μια μεγάλη και διαρκή έκρηξη του πνεύματος.

Αν δεν έχω πέσει εντελώς έξω, θα συνεχίσουμε να υποβάλλουμε διαρκώς ερωτήσεις. Ό Γερμανός φιλόσοφος Heidegger το διατυπώνει θαυμάσια. Οι ερωτήσεις είναι ή ευλάβεια, ή προσευχή της ανθρώπινης σκέψης, λέει. Εγώ προσπαθώ να το θέσω λίγο πιο ωμά. Εμείς, οι Δυτικοί, είμαστε ένα ζώο φτιαγμένο για να ρωτάει και να προσπαθεί να βρίσκει απαντήσεις ανεξαρτήτως του κόστους. Δεν θα θεσμοθετήσουμε την ανθρώπινη αθωότητα. Ενδέχεται να δοκιμάσουμε, τοπικά, εδώ κι εκεί. Ενδέχεται να επιχειρήσουμε να διαχειριστούμε το περιβάλλον με περισσότερη προσοχή. Ενδέχεται να επιχειρήσουμε να περιορίσουμε ως ένα σημείο τη βάναυση σπατάλη, την άσκοπη βαρβαρότητα και σκληρότητα απέναντι στα ζώα, απέναντι στα λιγότερο προνομιούχα ανθρώπινα πλάσματα, πράγματα πού χαρακτήριζαν ακόμα και τη λαμπρή περίοδο της Αναγέννησης και του Διαφωτισμού. Αυτό, αναμφίβολα, πρέπει να γίνει.

Όμως, στην ουσία, είμαστε αρκετά σκληρά σαρκοβόρα, γεννημένα για να προχωράμε μπροστά και να ξεπερνάμε τα εμπόδια. Για την ακρίβεια, τα εμπόδια μας μαγνητίζουν. Υπάρχει βαθιά μέσα μας κάτι πού προτιμά τη δυσκολία, πού επιζητεί την μπερδεμένη ερώτηση. Σε ένα ανώτερο επίπεδο, αυτό συμβαίνει επειδή οι πιο προικισμένοι, οι πιο δραστήριοι ανάμεσα μας γνωρίζουν από καιρό -χωρίς ίσως να το εκφράζουν- ότι ή αλήθεια είναι πιο σύνθετη από τις ανάγκες του ανθρώπου, οτί, στην πραγματικότητα, ενδέχεται να είναι εντελώς ξένη, ίσως και αντίθετη, με τις ανάγκες του. Θα προσπαθήσω να εξηγήσω τι εννοώ. Ή άποψη πώς ή αλήθεια είναι κατά κάποιον τρόπο φιλική προς τον άνθρωπο, πώς ή κάθε ανακάλυψη θα είναι, εντέλει, προς όφελος του είδους, συνιστούσε μια βαθιά αισιόδοξη πτυχή της αρχαίας ελληνικής σκέψης και, φυσικά, του ευρωπαϊκού ορθολογισμού. Ίσως χρειάζεται πολύς καιρός μέχρι να φανούν τα οφέλη. Μεγάλο μέρος της έρευνας δεν έχει βέβαια καμιά σχέση με άμεσα οικονομικά και κοινωνικά οφέλη. Άν όμως περιμένεις αρκετά, αν στύψεις το μυαλό σου, αν ή αναζήτηση σου είναι αμερόληπτη, τότε ανάμεσα σε σένα και την αλήθεια πού ανακάλυψες θα υπάρξει βαθιά αρμονία. Αναρωτιέμαι αν αυτό ισχύει ή αν ήταν ή μεγαλύτερη ρομαντική ψευδαίσθηση μας. Φαντάζομαι την αλήθεια να καιροφυλακτεί στη γωνία μέχρι να πλησιάσει ό άνθρωπος - έτοιμη να τον χτυπήσει κατακέφαλα. Στα τρία προηγούμενα παραδείγματα -υπάρχουν δε και πολλά άλλα- μας δόθηκε ίσως μια μάλλον τρομακτική εικόνα ενός σύμπαντος πού δεν προορίζεται να μας προσφέρει ανακούφιση ούτε να εξασφαλίζει την επιβίωση μας, για να μη μιλήσω για την οικονομική και κοινωνική μας πρόοδο στη μικροσκοπική Γη.

Οι υπέρμαχοι της οικολογίας μας λένε σήμερα οτί είμαστε φιλοξενούμενοι σε τούτη τη Γη. Δεν χωρά αμφιβολία. Και είμαστε, ασφαλώς, φιλοξενούμενοι σε ένα ιδιαιτέρως εκτεταμένο και ακατανόητα ισχυρό σύμπαν, του οποίου τα στοιχεία, οιί σχέσεις, δεν ήταν κομμένα και ραμμένα στα μέτρα μας ούτε ανάλογα με τις ανάγκες μας. Εντούτοις, ή εξέχουσα αξιοπρέπεια του είδους μας ταυτίζεται με την ανιδιοτελή αναζήτηση της αλήθειας. Και δεν υπάρχει μεγαλύτερη αφιλοκέρδεια από εκείνη πού θέτει σε κίνδυνο και ίσως θυσιάζει την ανθρώπινη επιβίωση. Κατά τη γνώμη μου, η αλήθεια έχει μέλλον. Κατά πόσον έχει και ο άνθρωπος, αυτό δεν είναι τόσο σαφές. Όμως δεν γίνεται να μην έχω άποψη για το ποιο από τα δύο είναι το σημαντικότερο.''



Τα πνευματικά δικαιώματα ανήκουν στον George Steiner, απο το βιβλίο του Η Νοσταλγία του Απόλυτου.

Πέμπτη, Ιουνίου 05, 2008

"Έρωτας είναι να δίνεις αυτό που δεν έχεις"


Αναζητείται Λακανικός που να μας εξηγήσει
τι εννοούσε το "σινάφι" με αυτή τη ρήση.
Εναλλακτικά ο οποιοσδήποτε έχει διαβάσει
κάτι σχετικό. Εναλλακτικότερα, ο οποιοσδήποτε
μπορεί να δώσει εξήγηση. Κοντοστάθηκα όταν
το διάβασα, και ένιωσα -τι όμορφο ρήμα για να
αποδώσει την συνήχηση μεταξύ ρητών και άρρητων
- οτί μέσα στην πασίδηλη αντίφασή του, πρέπει να
υπάρχει κάποιος σπόρος αλήθειας.

Τετάρτη, Μαΐου 28, 2008

Ατέρμονη διαπραγμάτευση ανάμεσα σε δύο μοναξιές

"Αυτή η αδιαφάνεια δεν μας επιτρέπει να γνωρίζουμε πέρα από κάθε αμφιβολία τι σκέφτεται οποιοσδήποτε άλλος άνθρωπος. Όπως σημείωσα, δεν έχουμε κανέναν σίγουρο τρόπο για να συλλάβουμε τη σκέψου του άλλου. Και πάλι, δίνουμε ελάχιστη προσοχή σε κάτι τόσο τερατώδες. Θα 'πρεπε να μας τρομοκρατεί. Καμιά οικειότητα, καμιά αναλυτική δεινότητα δεν μπορεί να εξασφαλίσει ή να επαληθεύσει το «διάβασμα της σκέψης. Ούτε η ύπνωση, ούτε οι ψυχιατρικές τεχνικές, ούτε οι «οροί της αλήθειας μπορούν να αποσπάσουν με επαληθεύσιμο τρόπο τις σκέψεις του άλλου. Οι πιο φλογερές εξομολογήσεις του, οι προφορικές και οι γραπτές ένορκες καταθέσεις του, οι απερίφραστες ομολογίες του δεν μπορούν να εκμαιεύσουν το παραμικρό θεμελιώδες, εξασφαλισμένο περιεχόμενο. Μπορεί να εκφράζουν ή να μην εκφράζουν την πιο άδολη πρόθεση, την πιο σκόπιμη αποκάλυψη. Μπορεί να φανερώνουν μισές αλήθειες, δηλαδή κομμάτια απέραντης ειλικρίνειας και αυτοέκθεσης. Μπορεί να κρύβουν ή να μην κρύβουν βιωμένο νόημα είτε in toto είτε εν μέρει. Οι κινήσεις απόκρυψης μπορεί να εκτείνονται από το σκόπιμα ομολογημένο απροκάλυπτο ψέμα ως ολόκληρο το φάσμα αποχρώσεων της αναλήθειας και της αυταπάτης. Οι αποχρώσεις του ψεύδους είναι ανεξάντλητες. Κανένα λέιζερ ανακριτικής προσοχής, κανένα αφτί με οσοδήποτε οξεία ακοή, καμία εξέταση κατ' αντιπαράσταση δεν μπορεί να αποσπάσει τη βεβαιότητα. Και μόνο η ερώτηση: «Τι σκέφτεσαι, τι έχεις στο μυαλό σου;» επιδιώκει απαντήσεις που είναι από μόνες τους πολυεπίπεδες, που έχουν περάσει μέσα από σύνθετα φίλτρα, όσο κι αν δεν το πρόσεξε κανείς.

Εξού και η αστάθεια στις σχέσεις έρωτα και σκέψης. Εξού και η πιθανότητα να είναι μια κάπως θαυματουργή χάρη ο έρωτας ανάμεσα σε σκεπτόμενα όντα. Κάθε άντρας και κάθε γυναίκα, κάθε ενήλικος και κάθε παιδί χρησιμοποιεί μια κατά τους γλωσσολόγους “ιδιόλεκτο», δηλαδή μια προσωπική επιλογή από τη διαθέσιμη γλώσσα με ιδιωτικά, ιδιόρρυθμα, ίσως και αμετάφραστα σημεία, συνυποδηλώσεις και αναφορές, που δεν μπορεί να τις ερμηνεύσει εξολοκλήρου ή με βεβαιότητα ο εταίρος ενός διαλόγου. Προσπαθούμε να μεταφράσουμε ο ένας τον άλλο. Συχνότατα, καταλήγουμε ελαφρώς ή εντελώς λάθος. Ακόμα κι αυτή όμως η επιμέρους ή ελαττωματική κατανόηση κάθε επικοινωνίας μένει στην επιφάνεια. Οι ιδιόλεκτοι της σκέψης, οι ιδιωματισμοί του άρρητου είναι πολύ βαθύτερης και πολύ πιο δύσχρηστης τάξης.

Ακόμα και σε στιγμές και σε πράξεις απολύτως προσωπικές -ίσως πολύ οξύτερα σε τέτοιες στιγμές- οι ερωτευμένοι δεν μπορούν να αγκαλιάσουν ο ένας τις σκέψεις του άλλου. «Τι σκέφτεσαι, τι σκέφτομαι όταν κάνουμε έρωτα;» Αυτός ο αποκλεισμός καθιστά ασήμαντο, θα μπορούσαμε να πούμε, το πολυθρύλητο σμίξιμο του οργασμού και την περί ταυτοφωνίας ρητορική του. Όπως υπογράμμιζε ο Γκαίτε, αμέτρητοι άντρες και γυναίκες σφίγγουν στην αγκαλιά της σκέψης εραστές τους οποίους θυμούνται, ποθούν ή φαντασιώνονται διαφορετικούς από τους ομόκλινούς τους. Αυτή η γνωστική παρεμβολή, αυτή η νοερή επιφύλαξη, ακούσια ή σκόπιμη, θολή ή έντονη, μπορεί να ηχήσει σαν χλευαστικός αντίλαλος κάτω από τις κραυγές και τους ψιθύρους της έκστασης. Δεν θα μάθουμε ποτέ ποια βαθύτερη απροσεξία, απουσία, απώθηση ή υποκατάστατη εικόνα αποδομεί το προφανές κείμενο του ερωτικού. Οι πιο κοντινοί, οι πιο ειλικρινείς άνθρωποι παραμένουν ξένοι, λιγότερο ή περισσότερο μεροληπτικοί, λιγότερο ή περισσότερο άδηλοι ο ένας για τον άλλο. Η πράξη του έρωτα είναι και πράξη ηθοποιού. Η αμφισημία είναι σύμφυτη με τη λέξη.

Η σκέψη είναι περισσότερο ευανάγνωστη, λιγότερο συγκαλυμμένη, προπάντων στις εκρήξεις αχαλίνωτης, συμπυκνωμένης ενέργειας. Όπως στον φόβο και στο μίσος. Αυτές οι δυναμικές, ιδιαίτερα τη στιγμή που εκδηλώνονται, δύσκολα νοθεύονται, αν και οι βιρτουόζοι της διπροσωπίας και του αυτοελέγχου μπορεί να πετύχουν μια σχετικά μεγάλη συγκάλυψη.

Τα ζώα με τα οποία ερχόμαστε σε επαφή μας δείχνουν πως οι φόβοι μας αναδίδουν μια ευδιάκριτη οσμή. Ίσως και το μίσος να έχει μυρωδιά. Επιστρατεύοντας όλα τα επίπεδα εγκεφαλικής και ενστικτώδους πίεσης, το μίσος μπορεί να είναι το πιο ζωηρό, το πιο φορτισμένο με νοητικές χειρονομίες. Είναι πιο δυνατό, με μεγαλύτερη συνοχή από την αγάπη (όπως διαισθανόταν ο Μπλέικ). Συχνότατα, βρίσκεται πλησιέστερα στην αλήθεια από οποιαδήποτε άλλη ανακάλυψη του εαυτού. Η άλλη τάξη εμπειρίας της σκέψης όπου σχίζεται ο πέπλος είναι το αυθόρμητο γέλιο. Τη στιγμή που "πιάνουμε" το αστείο ή τυχαίνει να πέσουμε πάνω στο κωμικό θέαμα, η νοοτροπία μας εκτίθεται ολόγυμνη. Προς στιγμήν, δεν υπάρχουν «ωριμότερες σκέψεις». Αυτό όμως το άνοιγμα στον κόσμο και στους άλλους διαρκεί ελάχιστα και έχει τη δυναμική του αθέλητου. Απ' αυτή την άποψη, τα χαμόγελα είναι σχεδόν το αντίθετο του γέλιου. Τον Σαίξπηρ τον ανησυχούσε πάρα πολύ το χαμόγελο των καθαρμάτων.

Εν ολίγοις, το σκάνδαλο παραμένει. Κανένας τελικός φωτισμός, καμία ενσυναίσθηση του έρωτα δεν αποκαλύπτει τον λαβύρινθο της εσωτερικότητας του άλλου. (Άραγε αποτελούν όντως εξαίρεση οι αληθινοί δίδυμοι, με την ιδιωτική τους γλώσσα; ) Εντέλει, η σκέψη μπορεί να μας κάνει ξένους μεταξύ μας. Ακόμα και η πιο έντονη αγάπη, ίσως πιο αδύνατη από το μίσος, είναι ατέρμονη διαπραγμάτευση ανάμεσα σε δυο μοναξιές."

George Steiner, Δέκα (πιαθανοί) λόγοι για την μελαγχολία της σκέψης

Πέμπτη, Ιανουαρίου 31, 2008

Πως είπατε κε Μπαρτ;

Ή νεύρωση είναι το μή-χειρότερο : όχι ως προς την « υγεία », αλλά ως προς το « ανέφι­κτο », για το όποιο μιλάει ό BattaileΉ νεύ­ρωση είναι ο δεισιδαιμονικός φόβος για έναν ανέφικτο βυθό », κλπ.)

Όμως τούτο το μή-χει­ρότερο είναι το μόνο πού μας επιτρέπει να γρά­φουμε (καί να διαβάζουμε). Φτάνουμε έτσι σε τούτο το παράδοξο : τα κείμενα, όπως τα κεί­μενα του Battaile — ή καί άλλων — πού έχουν γραφεί ενάντια στη νεύρωση, μέσ' από τα έγ­κατα της τρέλας, εμπεριέχουν, αν θέλουν να διαβαστούν, τη λίγη εκείνη νεύρωση την απαραί­τητη για να γοητέψουν τους αναγνώστες τους : τα τρομερά αυτά κείμενα είναι ωστόσο κείμενα φιλάρεσκα.

Ο κάθε συγγραφέας θα πει λοιπόν : "τρελός δεν το μπορώ, γέρος δεν το καταδέχομαι, είμαι νευρωσικός."

μας λεει ο Ρολάν Μπαρτ στην Απόλαυση του Κειμένου.
Εκδόσεις Ράππας, μετάφραση Φούλα Χατζιδάκι - Γιάννης Κριτικός

Το Ύψος του Σώματος

...

Το σώμα δεν είναι εύκολη υπόθεση. Το σώμα είναι ό,τι πιο απαιτητικό υπάρχει. Τίποτε δεν είναι πιο πιεστικά, βασανιστικά, ασφυκτικά πιεστικό από το σώμα. Το σώμα δύσκολα αντέχεται. Δυσχερέστατα υποφέρεται. Διότι ζητά τόσα και τα ζητά με τέτοιον τρόπο ώστε για να του δοθούν αυτά, θα πρέπει οι κοινωνίες όπως τις γνωρίζουμε, να ήσαν φτιαγμένες αλλιώς. Αυτά πού ζητά, απαιτεί το σώμα, είναι, ως αιτήματα, αντιστρόφως ανάλογα προς εκείνα πού οι κοινωνίες μπόρεσαν και μπορούν να του δώσουν. Οι κοινωνίες είναι ανεπαρκέστατες εμπρός στα αιτήματα του σώματος. Και δεν πρόκειται ασφαλώς για τα λεγόμενα υλικά αγαθά. Τα αιτήματα του σώματος δεν έχουν να κάνουν με τα λεγόμενα υλικά αγαθά. Είναι άλλη μία παραχάραξη της αλήθειας του σώματος το να λέγεται και να διαδίδεται ότι τα αιτήματα του είναι μόνον υλικά.

Το σώμα ζητά τα πάντα.
Αυτό είναι πού κάνει το σώμα αφόρητο μέσα στα όρια των κοινωνιών πού γνωρίζουμε.

Αυτό, το ότι το σώμα ζητά τα πάντα, οι κοινωνίες πού γνωρίζουμε, δεν μπόρεσαν και δεν μπορούν να το αντιμετωπίσουν.
Δεν φταίει το σώμα γι' αυτό. Το σώμα είναι αυτό. Δεν μπορεί να είναι κάτι άλλο. Οτιδήποτε άλλο είναι ψευδές. Αυτό το άλλο, το ψευδές, επινοήθηκε και επεβλήθη διότι τα αιτήματα του σώματος ως αιτήματα ενός όλου ήσαν αιτήματα ολοκληρωτικά. Το σώμα δεν ζήτα αυτό χωρίς να ζήτα κι εκείνο δεν είναι αυτό χωρίς να είναι και εκείνο δεν θέλει αυτό χωρίς θέλει και εκείνο. Οι διαχωρισμοί σε αυτό και σε εκείνο, σε πάνω και σε κάτω, σε ανώτερο και κατώτερο, σε χαμηλό και σε υψηλό, σε πνευματικό και σε. υλικό, σε καλό και σε κακό, σε ηθικό και σε μη ηθικό, είναι οι διευκολύνσεις πού επινοήθηκαν για ν' αντέξει το κοινωνικό σώμα, δηλαδή ή ακρωτηριασμένη εκδοχή του σώματος, το πλήρες σώμα και τα αιτήματα του,
Ο διαχωρισμός στόχευε σε μία κατασκευαστική ευκολία, όπως κατασκευασμένος είναι κι αυτός ο διαχωρισμός.
Τα δύο άλογα του Πλάτωνος, πού στην πραγματικότητα είναι ένα, θα μπορούσαν θαυμάσια να τρέξουν μαζί χωρίς να πασχίζει ο έντρομη και αγωνιών ηνίοχος τους να τα συντονίσει, ματαίως, καθώς αυτά υποτίθεται, πασχίζουν να ακολουθήσουν διαφορετικές κατευθύνσεις το καθένα και να φτάσουν, υποτίθεται, σε διαφορετικό τερματισμό το καθένα.
'Αλλά και πάλι, το σώμα δεν θα έπαυε, ακόμη και τότε, να είναι μια εύκολη υπόθεση.
Το ζητούμενο όμως δεν είναι ή ευκολία. Το ζητούμενο είναι η αλήθεια, δηλαδή ή δυσκολία της αναπόδραστης πραγματικότητας.
Το σώμα είναι μία τρομερή υπόθεση για τον άνθρωπο. Μία υπόθεση τρομερή πού θα έπρεπε εξ αρχής ν' αντιμετωπισθεί ως τέτοια, και ως τέτοια ν' αποτελέσει το θεμέλιο και την αφετηρία ενός μεγάλου πολιτισμού.
Αυτός ο πολιτισμός θα μιλούσε την γλώσσα πού είναι η γλώσσα του σώματος, του σώματος ως όλου, του σώματος ως πράγματος ενός και όλου.Στην περίπτωση αυτή, όλα όσα έχουν καταχωρισθεί ως καλά κι υψηλά στην δικαιοδοσία του πνεύματος, θα περνούσαν αυτούσια και συλλήβδην στην δικαιοδοσία και του σώματος, και έτσι θα είχε αποκατασταθεί όχι μόνον μία θεμελιώδης τάξη άλλα και μία φυσική ισορροπία. Θα είχε αποκατασταθεί ή ενότητα και ή ολότητα. Το σώμα θα γινόταν ή ενότητα και ή ολότητα πού είναι, και μέσα σ' αυτήν την ενότητα και ολότητα θα είχε αναδειχθεί ή κατ' εξοχήν προεξέχουσα και προεξάρχουσα ιδιότητα του: το άπειρον.Ο μισός άνθρωπος θα συναντούσε τον άλλον μισό μέσα στο ίδιο τη το σώμα εν ζωή, και αυτή ή συμφιλίωση θα επέφερε την αδιάσπαστη συνύπαρξη κόσμων οι οποίοι διακηρύχθηκαν και ανακηρύχθηκαν αντίθετοι και ασυμβίβαστοι μεταξύ τους.
Ο ουρανός και ή γη θα είχαν ενωθεί, ο εδώ κόσμος και ο άλλος κόσμος
θα είχαν γίνει δ ένας κόσμος, και ό,τι επινόησε δ ανθρώπινος νους ως αντί¬θετο του σώματος, ως αποκλειστικώς και μόνον πνευματικό, θα είχε ενταχθεί στην ζώσα οργάνωση ή οποία, λειτουργώντας σε όλα τα επίπεδα χωρίς να υποτιμά κανένα, θα συνιστούσε τελικώς τον πλήρη άνθρωπο.
Έτσι, οι λέξεις της γλώσσας πού δεν είναι του σώματος, θα έχαναν την προτεραία σημασία τους, και δεν θα εννοούνταν ως αντίθετες ή μία στην άλλη άλλα ή κάθε μία θα ήταν ή άλλη.
Όλα θα συνέκλιναν στο σώμα. Όλα θα ήσαν όλο το σώμα.
Τα ρήματα δεν θα ανήκαν τα μισά στο σώμα και τα άλλα μισά σε κάτι άλλο που δεν είναι σώμα — λες και μπορεί στον άνθρωπο να υπάρξει ή να συμβεί κάτι δικό του έκτος ανθρώπου λες και μπορεί στον άνθρωπο να υπάρξει και να συμβεί κάτι δικό του στο οποίο το σώμα του θα είναι αμέτοχο, δηλαδή όπου ο ίδιος, για τον οποίο υπάρχει και στον οποίο συμβαίνει αυτό, είναι απών. Διότι, αυτό πού στην πραγματικότητα υπάρχει και συμβαίνει, πέρα από όλους τους φανατισμούς πού καλλιέργησαν τα πιο επιβλαβή και άδικα ψεύδη, είναι ότι το σώμα σκέφτεται, το σώμα φαντάζεται, το σώμα οραματίζεται, το σώμα εκστασιάζεται, το σώμα εμπνέεται, το σώμα γράφει και διαβάζει, το σώμα ονειρεύεται, το σώμα ποθεί, το σώμα λατρεύει, το σώμα δημιουργεί, το όλον σώμα, το σώμα φιλοσοφεί, διαλογίζεται, ανυψώνεται, αποθεώνεται, το σώμα είναι ποιητής, τραγουδιστής, το σώ¬μα επινοεί, αναπαριστά, εξιδανικεύει, το σώμα είναι το Αγαθό, είναι οί Ιδέες, δ Θεός, το όλον σώμα, αυτό πού λειτουργεί την ίδια ακριβώς στιγμή πεινώντας, αφοδεύοντας, εκκρίνοντας τα υγρά του, πάλλοντας με όλα τα όργανα του σε πλήρη και απόλυτη και αναγκαία συγχορδία, το σώμα, το όλον σώμα, με όλα τα μέλη του και όλα τα μέρη του, χωρίς καμμία παράλειψη, καμμία υποτίμηση, κανέναν ακρωτηριασμό, το όλον σε σώμα, ή τέλεια συναίρεση, το Ένα στην πληρέστερη μορφή του.
Αυτό είναι ή ομορφιά.
Ή ομορφιά του σώματος.
Ιδού το σώμα.
Αβάσταχτη ή ομορφιά του.
...

Δημήτρης Δημητριάδης, Η Εμπράγματη Φαντασία, Το Ύψος του Σώματος
Εκδόσεις Ίνδικτος

H Απόλαυση του Κειμένου

"......Κι όμως το πιο κλασικό κείμενο (ένα μυθιστόρημα του Ζολά, του Μπαλζάκ, του Ντίκενς, του Τολστόι) έχει μέσα του ένα είδος εξασθενημένης τμήσης : δεν το διαβάζουμε ολόκληρο με την ίδια αναγνωστική ένταση. Επιβάλλεται ένας ρυθμός, αβίαστος κι ελεύθερος, πού πολύ λίγο σέβεται την ολότητα του κειμένου. Η απληστία μάλιστα της γνώσης μας παρασέρνει να δρασκελίζουμε ή να ξεπερνάμε ορισμένα μέρη (πού τα προαισθανόμαστε ως « βαρετά ») για να ξαναβρούμε το ταχύτερο τα καυτά μέρη της ιστορίας (που είναι πάντα οι αρθρώσεις της : αυτό που προωθεί την αποκάλυψη του αινίγματος ή του πεπρωμένου) : πηδάμε ατιμώρητα (κανένας δεν μας βλέπει) τις περιγραφές, τις εξηγήσεις, τους στοχασμούς, τις συζητήσεις. Μοιάζουμε έτσι με τον θεατή του καμπαρέ πού ανεβαίνει στην σκηνή κ' επιταχύνει το στρίπ-τήζ της χορεύτριας, βγάζοντας της μάνι-μάνι τα ρούχα, αλλά με τη σειρά, δηλαδή : με το σέβας από τη μια, αλλά κ' επισπεύδοντας από την άλλη την τελετουργία (σαν τον παπά πού καταπίνει τα ευαγγέλια του). Ή τμήση, πηγή ή μορφή της απόλαυσης, φέρνει εδώ αντικριστές δύο πεζές πλευρές· αντιπαραθέτει ό,τι είναι χρήσιμο για τη γνώση του μυστικού κι ότι της είναι άχρηστο. Είναι μια ρωγμή προερχόμενη από μιαν απλή αρχή της λειτουργικότητας, Δεν παράγεται απευθείας από την ίδια τη δομή των γλωσσών, αλλά μόνο τη στιγμή της χρήσης τους. Ο συγγραφέας δεν μπορεί να την προβλέψει : δεν μπορεί να θέλει να γράψει εκείνο πού δεν θα διαβαστεί. Κι όμως, ό ρυθμός ακριβώς αυτού πού διαβάζουμε κι αυτού πού δεν διαβάζουμε είναι πού προκαλεί την απόλαυση των μεγάλων αφηγημάτων : διάβασε κανείς ποτέ λέξη προς λέξη τον Προύστ, τον Μπαλζάκ, το Πόλεμος και Ειρήνη ; (Καλότυχος ο Προύστ : από τη μιαν ανάγνωση στην άλλη, δεν πηδάς ποτέ τα ίδια μέρη). Έτσι λοιπόν, αυτό πού χαίρομαι σε μιαν αφήγηση δεν είναι άμεσα το περιεχόμενο της ούτε καν η δομή της, αλλά μάλλον οι γρατσουνιές πού κάνω στο ωραίο περίβλημα : τρέχω, πηδώ, σηκώνω το κεφάλι, ξαναβουτώ. Καμιά σχέση με τη βαθειά σχισμή πού το ηδονικό κείμενο χαράζει στην ίδια τη λαλιά, και όχι απλώς στο πρόσκαιρο της ανάγνωσης του.

Έχουμε έτσι δυο τρόπους ανάγνωσης : ο ένας πάει κατευθείαν στις αρθρώσεις της ιστορίας, αντικρίζει την έκταση του κειμένου, αγνοεί τα παιχνιδίσματα της γλώσσας (όταν διαβάζω Ιούλιο Βερν προχωρώ γρήγορα : χάνω από το λόγο, κι ωστόσο ή ανάγνωση μου δεν σκαλώνει από το χάσιμο κάποιας λέξης— με την έννοια πού μπορεί να έχει τούτος ο όρος στη σπηλαιολογία)· ή άλλη ανάγνωση δεν προσπερνάει τίποτα. Ζυγιάζει, κολλάει στο κείμενο, διαβάζει, αν μπορούμε να πούμε, προσεχτικά και παράφορα, συλλαμβάνει σε κάθε σημείο του κειμένου το ασύνδετο πού τέμνει τα λεγόμενα — και όχι την πλοκή : δεν την αιχμαλωτίζει ή (λογική) έκταση, το ξεφύλλωμα των αληθειών, αλλά το φύλλωμα της σημαινότητας δηλαδή όπως στο παιχνίδι « πάνω χέρι-κάτω χέρι», ή διέγερση δεν προέρχεται από την ανταγωνιστική σπουδή, αλλά από ένα είδος κάθετου πανδαιμόνιου (το κάθετο της γλώσσας και του αφανισμού της)· είναι ή στιγμή οπού το κάθε (διαφορετικό) χέρι πηδάει πάνω από το άλλο (και όχι το ένα μετά το άλλο), όταν δημιουργείται το κενό καί παρασέρνει το θέμα του παιχνιδιού — το θέμα του κειμένου. Όμως, πολύ παράδοξα (τόσο έχει επικρατήσει ή γνώμη πώς αρκεί να κάνεις γρήγορα για να μην πλήξεις), ή δεύτερη τούτη, εφαρμοσμένη (στην κυριολεξία), ανάγνωση είναι εκείνη πού ταιριάζει στο μοντέρνο κείμενο, στο οριακό κείμενο. Διαβάστε αργά, διαβάστε ολόκληρο ένα μυθιστόρημα του Ζολά — το βιβλίο θα σας πέσει από τα χέρια. Διαβάστε στα γρήγορα, κομματιαστά, ένα μοντέρνο κείμενο — το κείμενο γίνεται σκοτεινό, κλειστό στην απόλαυσή σας. Θέλετε να συμβεί κάτι και δεν συμβαίνει τίποτα. Γιατί αυτό που συμβαίνει στην γλώσσα δεν συμβαίνει στο λόγο. Αυτό που «έρχεται», αυτό που «φεύγει», το κενό ανάμεσα στις δύο άκρες, το μεσοδιάστημα της απόλαυσης, δημιουργείται μέσα στον όγκο των λεγομένων, στην έκφραση, κι όχι στη συνοχή των εκφραζομένων.

Να μην καταβροχθίζεις, να μην καταπίνεις, αλλά να βοσκάς, να ψιλολογείς σχολαστικά, να ξαναβρείς για να διαβάσεις τους σημερινούς συγγραφείς, την άνεση των παλιών διαβασμάτων: να είσαι αριστοκράτης αναγνώστης."

Η Απόλαυση του Κειμένου
Ρολάν Μπαρτ

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 13, 2007

Άσκοπες σκέψεις περί γραφής

Τι ακριβώς κάνει κάποιος με ένα προσωπικό ημερολόγιο αφού δεν έχει νόημα να συνοψίζεις τους ανθρώπους;

Τι ακριβώς κάνω εγώ εδώ τώρα; Προσπαθώ να συναρμόσω την ανομοιογένεια μου ίσως. Ωστόσο δεν αντέχω την κατήφεια που επιβάλλεται στα περισσότερα αντιφατικά, προσωπικά δεδομένα που ενόσω γράφονται προσπαθούν να επιβληθούν. Γεύομαι κάθε φορά αυτή την αντινομία, βουτάω το δάχτυλο στη γλύκα του μη νοήματος και το γλύφω περιπαίζοντας τον ίδιο μου τον εαυτό. Κάθε τι που γράφεται, την ίδια στιγμή έλκεται ταυτόχρονα από όλα αυτά που έμειναν ανείπωτα. Κι όμως εξακολουθεί και έλκει αυτή η διαδικασία η οποία λαμβάνει χώρα στον κόσμο των ιδεών, του οποίου οι συνθήκες είναι από την φύση τους περιοριστικές, αφού από τα γραφόμενα απουσιάζει η γλώσσα της αίσθησης, που είναι η μητρική γλώσσα της ανθρώπινης συνθήκης. Μοιάζει καμμιά φορά ένα ισχυρό ένστικτο επιβίωσης να αντιστρατεύεται την ροπή προς το γράψιμο. Κάποτε έγραψα ένα μυθιστόρημα το οποίο έφτασε τις επτακόσιες σελίδες ζωντανού γραπτού. Τρόμαξα τόσο πολύ με τον όγκο του και με το δάχτυλο μου που απο την πίεση που δεχόταν απο το μολύβι εως και σήμερα εξακολουθεί να είναι παραμορφωμένο. Ταυτόχρονα τρόμαξα με την μεθυστική ελευθερία των άπειρων δυνατοτήτων που γευόμουν στον χώρο του φαντασιακού, που φυσικά ρουφούσε ανελέητα τον χρόνο και την ενέργειά μου απο κάθε πραγματική ζωή.

Μήπως γράφουμε για να πλάσουμε μυθικά τον εαυτό μας, να τον μυθοποιήσουμε στα μάτια μας; Αναρωτιέμαι επίσης αν το στοίχημα είναι να τον απελευθερώσουμε ή αν τελικά αυτοπεριοριζόμαστε μέσα στους προσωπικούς μας μύθους. Σκέφτομαι πως η γραφή καμμία φορά είναι ένα επινοημένο παιχνίδι του νου, ένα σταυρόλεξο που μας βάζει ο απών εαυτός, αυτός που ζει στη σκιά του σώματος και όλων των πεπραγμένων μας, για να ανακαλύπτουμε μόνοι μας κάθε φορά τις λέξεις που κάθε στιγμή διασταυρώνονται για να κάνουν τις στιγμές να πάψουν να μοιάζουν με ομοιότυπους βώλους που περνούν αδιάφορα από το αριθμολόγιο του χρόνου. Ωστόσο, όσο περισσότερο κανείς εισέρχεται στο σκοτεινό τούνελ των εσώτερων του, τόσο περισσότερο ανακαλύπτει το κενό. Η γραφή κάποτε συνιστά το ψηλάφισμα των τυφλών σημείων του. Αλλά και πάλι αυτό είναι μια μια αίσθηση-φυγάς, που αγωνίζεται να δραπετεύσει απο το ανώφελο. Φαίνεται μοιραίο, πως κάθε φορά που κάποιος γράφει κάτι δικό του, στήνει μια πλεκτάνη στον εαυτό του για να βρεθεί πάλι και πάλι και πάλι, πάνω από έναν γκρεμό που βαθαίνει αβυσσαλέα στο πλάι του.