"Δεν υπάρχει το σύνολο αλλά η μονάδα, αυτή η χαίνουσα οπή που μέσα της ριζώνει, ριζώνει ατέρμονα ο φοβερός κοχλίας. Σε μια εγκοπή του μυστική να φυτευτεί ο τελευταίος σου στίχος και να μείνει"
Παρασκευή, Οκτωβρίου 07, 2016
Η Μητέρα του Κόσμου
Πέμπτη, Ιουλίου 19, 2012
It’s a SHAME, the movie
Shame is the shadow of love, P.J. HARVEY
Πέμπτη, Μαρτίου 10, 2011
Αλλαγή Εποχής (γραμμένο το 2006)
Άξαφνα
Φύσηξε παρεμβολή
Ουρλιάζει απότομα η ενοχή
Θυμήθηκα πως το σκοτάδι μπορεί και να βρυχάται
Που το χα ξεχάσει καθώς καλοκαίρι βρεχόμουνα έρημο
Κι έτσι ελαφρά καθώς ήμουν ντυμένη
Υγρή η ριπή της ανάμνησης με χτύπησε
Πως πέρασε ένα θέρος ολόκληρο απ’ τα μάτια μου
Πως χώρεσε το μπλε του ανέμου,
το άσπρο αφρίζον του θυμού
Αλαφιασμένο το κύμα στα βαθιά τον χρόνο παρέσερνε
Νεφέλες με έριξαν κάτω, τρυφερά, μακριά
για να κάνω πως δεν αγγίζω το έλα
- κι ας μην είμαι εγώ αυτό που ονειρεύεσαι
Και η ώρα τελειώνει, κι η στιγμή που παλιώνει
δεν θα αποσώσει το όραμα
τώρα δα σε θυμήθηκα
Καθώς τόση βροχή - ποιος τη νοιάστηκε
Το απολωλός-Γιάννης Βαρβέρης
κι άδικα θα χαρείς την εύρεσή του.
Αντίθετα, να σαι περήφανος που με παρρησία θα σ' αρνηθεί
για την "τιμή και την πεποίθησή του".
Το απολωλός θα ζήσει κατά την κρίση του
και σύμφωνα μ' αυτήν ίσως στο τέλος θα κριθεί.
Η ανησυχία και η θλίψη Σου θα πρεπε μάλλον
να στραφούν στα υπόλοιπα ενενήντα εννέα: σε μας.
Με τη μορφή προβάτων, αδιάκοπα κοντά σου
μας έχεις αιώνες τώρα
και για πάντα
χάσει.
Εκδ. Κέδρος 2009
Τετάρτη, Απριλίου 28, 2010
Δεσμοφύλακες συναισθημάτων
έξαφνα να μπει στο σπίτι σου ένας δαίμων
του δρόμου, να σου πει
πως ποτέ του δεν πίστεψε σε συμπάθιο
και ευκαιριακές συγκινήσεις,
σε συγνώμες και άλλες ευτελείς αναιρέσεις
σε Θεούς μικρών ανατροπών και στιγμιαίων μεγαλείων.
Φαντάσου αγόρι μου,
αυτός ο δαίμων με τις πράσινες φλόγες
που φέρει στο στήθος για μάτια,
με τα ξεσκισμένα ενδύματα
μιας άλλοτε πορφυρής μοναρχίας
φαντάσου αγόρι μου,
να σου πει πως πιστεύει σε εσένα
τι βαρύ σταυρό που
αλίμονο, φαντάσου, θα σέρνεις.
Πέμπτη, Απριλίου 22, 2010
Πεθύμησα
όχι ένα σύννεφο, μα μιαν τελευταία ανέμελη γύρα,
που με έφερνε στα Λούνα Παρκ παιδικού απογεύματος,
η ροζ μυρωδιά μιας ψεύτικης ζάχαρης, από χρόνια καμμένης,
κι η πλαστική χορεύτρια με κόρφο αποδομημένης λαγνείας
που ξύπνησε αναπάντεχα τώρα
από ένα δήθεν παράταιρο ακόρντο του δρόμου.
Πεθύμησα
που κάπως έτσι συνήθισα να κρέμομαι με απόλυτη πίστη
σε λευκά μεσοφόρια μιας γλυκιάς παραζάλης
κι έτσι θυμήθηκα πως νοστάλγησα
τους ανθρώπους που έχασα ,
που τους είδα και για λίγο στην πλάτη κάποιων άλλων που έμοιαζαν
και που μου γύρισαν πλάτη κι αυτοί στο τέλος του δρόμου τους.
Αφιερωμένο στη Δέσποινα Πασχάλη
Πέμπτη, Ιουνίου 18, 2009
Άνθρωποι και Ζώα: Voice-oFF

Την έλεγαν Ζουζού. Ήταν μια μεγαλοκυρία με ιστορία στους γκόμενους, είχε αφήσει εποχή επί την σύνοδο των οδών Χαροκόπου και Λυκούργου.
Ήταν αληθινή κούκλα του σαλονιού, με μια χιονάτη γούνα να τυλίγει αριστοτεχνικά τον ψηλό, αριστοκρατικό λαιμό της. Θα μπορούσε να φοράει διαμάντια αλλά έχει δύο καταπράσινα σμαράγδια στην θέση των ματιών της. Τις τεράστιες μαύρες βλεφαρίδες θα τις ζήλευε οποιαδήποτε γυναίκα. Η καταγωγή της ήταν ταπεινή. Ήταν κεραμιδόγατα που σημαίνει οτί αφενός δεν μπορείς να την κοροϊδέψεις εύκολα, αφετέρου κάτω απο την κατάλευκη Σιβηριανή γούνα-στολίδι στο λαιμό, φορούσε ένα ξανθό σαντρέ εφαρμοστό γουνάκι με ομοιόμορφα παραταγμένες ραβδώσεις, ιδανικές για κάλυψη-απόκρυψη μέσα στην άγρια ζούγκλα, όπου και θα συμπεριφερόταν όπως και στο σαλόνι μου. Ωστόσο έχει τέτοια μια έμφυτη χάρη όπου θα μπορούσε κανείς να πει πως ήταν η αφορμή για την συγγραφή του σεναρίου «Οι αριστόγατες». Ήταν δε τέτοιοι οι τρόποι της που θα μπορούσε να δώσει μαθήματα ακόμα και στον Ζαμπούνη. Μπορεί όταν ήταν νέα να πηδούσε απο τη μια βιβλιοθήκη στην άλλη και απο το ψυγείο στο ντουλάπι της κουζίνας, αλλά όταν θα καθόταν στον καναπέ, θα το κάνε με την χάρη μαιτρέσσας που ετοιμάζεται να πιει τον καφέ σε κάποιο σκοτεινό μπιστρό σε κάποια μποέμ συνοικία του Παρισιού: πρώτα θα λύγιζε το ένα της πόδι, απαλά και ράθυμα, χαριτωμένα και αυτάρεσκα, κι ύστερα θα το καλύπτε με το άλλο απο πάνω, αργά, χωρίς βιάση, με σιγουριά και αυτοπεποίθηση.
Την βρήκα όταν είχα μόλις κλείσει τα είκοσι, άρα η Ζουζού ήταν μια γυναίκα με παρελθόν. Ήταν Γενάρης και θα πρέπει να είχε ζωή δύο μηνών, άρα θα πρέπει να είχε γεννηθεί Νοέμβρη, και άρα θα πρέπει να είχε γενέθλια τώρα κοντά. Καθόταν με τα μπροστινά ποδαράκια της όρθια, σε μια γωνία του δρόμου, ενώ εγώ τότε έτρεχα με την συνήθη ορμητικότητα και βιασύνη που δεν με έχει εγκαταλείψει χρόνια μετά και που ακόμα δεν με αφήνει να παρατηρώ σχεδόν ποτέ οτιδήποτε δεν είναι άξιο παρατήρησης. Στάθηκα κάπως απότομα, και πάνω μου σκουντούφλησε ο δεκάχρονος τότε ξάδερφός μου που τον έσερνα μαζί μου σε διάφορες βόλτες και που τον είχα υπό την προστασία μου τότε. Έκτοτε του έμεινε και αυτό το κουσούρι, η αγάπη για τις γάτες, όπως και όλα τα άλλα κουσούρια που είχα την χαρά να του μεταλαμπαδεύσω. Αλλά ας έρθουμε και πάλι στη Ζουζού. Αναγνώρισα στο περίγραμμά της την ευγένεια των προγόνων μου που μεταγενέστεροι απότοκοι τους αποφάσισαν πως δεν αρμόζει στην μίζερη καθημερινότητα του εικοστού πρώτου αιώνα. Σε αυτά τα πράγματα δεν λειτουργείς λογικά. Απλώνεις το χέρι και παίρνεις αυτά που σου προσφέρεται απλόχερα. Έτσι λοιπόν, χωρίς περιστροφές, χωρίς ούτε καν πρώτη σκέψη, αποφάσισα -χωρίς κι εγώ να το καταλάβω- πως αυτό το γατί πρέπει να ζήσει με εμένα, πως μου ανήκει, πως του ανήκω και πως είμαστε φτιαγμένες η μια για την άλλη. Οφείλω να ομολογήσω δε πως μέχρι τώρα δεν έχω αισθανθεί έτσι, ούτε για αρσενικό, ούτε για γάτο, ούτε για άνθρωπο. Μέχρι τότε βέβαια είχα αγαπητικές σχέσεις με την σκύλα των παιδικών μου χρόνων, την Σάρα-Ρόννι, οπού μαζί καταστρέφαμε το στρώμα των γονιών, και που ο πατέρας μου αμόλησε ελεύθερη, δηλαδή εγκατέλειψε, τον καιρό που χώρισαν. Ύστερα ήταν το κόκερ που αγόρασε για να του κάνει παρέα και να του τρώει τα έπιπλα. Κι ύστερα ήταν η Αναίς, η σκύλα που έφτιαχνε από το τίποτα, ποταμούς κάτουρου στα αστραφτερά, ξύλινα πατώματα της μητέρας που από τότε με είχε υπο διωγμό εξ’αιτίας της αγάπης μου για όλα τα ζωντανά που κουβάλαγα στο σπίτι: το παπάκι του Πάσχα για οποίο έζησα στο μεδούλι μου το δράμα του θανάτου χωρίς ανάσταση («σήκω παπάκι μου, σήκω» και να μη σηκώνεται), το ζευγάρι των παπαγάλων Χίθκλιφ και Κατερίνα που εγκατέλειψαν το κλουβί μας για ένα καλύτερο μέλλον, στην κοιλιά καμμιάς ντόπιας γάτας υποθέτω, το χρυσόψαρο που πέθανε πρόωρα αφήνοντας την τελευταία πνοή του πάνω στο μουσκεμένο, παχύ χαλί του σαλονιού της μάνας μου και διάφορα άλλα ζωντανά με πιο εντυπωσιακό, την μικροσκοπική χελώνα που έσκασε απο το φαγί αφού εξερεύνησε όλες τις γωνίες του σπιτιού. Αργότερα βέβαια παρηγορήθηκα με τα κατορθώματα του χάμστερ του ξαδέρφου μου, το οποίο φρόντισε να επισκεφτεί όλες τις γωνίες της πολυκατοικίας με τα σαράντα διαμερίσματα, λόγος για τον οποίο ο διαχειριστής ανάρτησε στον πίνακα ανακοινώσεων: «Ο ιδιοκτήτης μικρού τρωκτικού, τύπου Χάμστερ, παρακαλείται όπως να μην επιτρέπει την περιφορά του στους κοινόχρηστους χώρους της πολυκατοικίας μας» Μετά τέτοια περιστατικά, θεώρησα οτί η γάτα θα είναι «ελαφρύ περιστατικό». Φυσικά αντιμετώπισα εξ’αρχής την αντίσταση και της μάνας μου και της Ζουζούς, η οποία στην αρχή δεν κατάλαβε γιατί την πήρα στην αγκαλιά μου. Προφανέστατα κανείς μέχρι τότε δεν την είχε χαϊδέψει όπως εγώ. Αργότερα διαπίστωσα πως δεν ήταν το μοναδικό είδος εμπειρίας που δεν διέθετε η νεόκοπη φιλενάδα μου. Δεν είχε επίσης ξαναπιεί αντιβίωση όταν αρρώσταινε. Επομένως εγώ ως επίσημος κηδεμόνας της ήμουν υποχρεωμένη να την κάνω να πιει με τη σύριγγα αυτό το ροζουλί γλυκόπικρο υγρό που μύριζε φράουλα. Δυστυχώς οι φράουλες δεν ήταν της αρεσκείας της και έτσι η Ζουζού έφτυσε στα μούτρα μου ολόκληρα τα τρία μιλιγκραμ που προσπάθησα να την πείσω να πιει και εγώ αισθάνθηκα ως αποτυχημένη μητέρα που δεν μπορούσε να προστατέψει το παιδί της. Κατά τα άλλα η συμβίωση μας υπήρξε πλήρως αρμονική, αρκεί να συμβιβαζόμουν με ορισμένες ιδιαιτερότητες της όπως π.χ. το γεγονός οτί της άρεσε να την αράζει πάνω στο στήθος μου, πρόσωπο με πρόσωπο όταν έβλεπα τηλεόραση, ή να μπαίνει ανάμεσα σε μένα και στο αγαπημένο μου βιβλίο. Ως συμβία είχε και άλλες περίεργες συνήθειες που τις ανακάλυψα στην πορεία. Η Ζουζού δεν κοιμόταν ένα πλήρες οκτάωρο όπως εγώ. Συνήθιζε να ξυπνά μέσα στο σκοτάδι και να νυχτοπερπατεί πηδώντας απο διάφορα ύψη, φροντίζοντας πάντα να κάνει αισθητές τις αϋπνίες της. Επίσης μέσα στις βαθιές ώρες της νύχτας της άρεσε να κελαηδάει με ευχαρίστηση, ωσάν ιδιόρρυθμη αοιδός που,αψηφώντας τις συμβάσεις, αρεσκόταν να φλυαρεί ψάλλοντας με μικρούς φανταστικούς νυχτόβιους δαίμονες. Οι λαρυγγισμοί της ήταν μοναδικοί: ήταν φανερό πως η εκκεντρική υψίφωνος προσπαθούσε αφενός να επικοινωνήσει με κάποιον αόρατο συνομιλητή, αφετέρου οι μύες του λάρυγγα που διέθετε ήταν μικροί, αλλά αρκούντως δυνατοί. Αλλά δεν ήταν μόνον αυτό. Οι κραυγές της είχαν μια δική τους μουσικότητα, ένα δικό τους τέμπο. Έχοντας άγνοια επί των θεωρητικών της μουσικής δεν μπορούσα ποτέ να διακρίνω το χαρακτήρα τους αλλά ο οποιοσδήποτε μπορούσε να εκτιμήσει την καλλιτεχνική ροπή της νυχτερινής φλυαρίας της γάτας μου. Αλλιώς δεν εξηγείται που κανένας γείτονας ποτέ δεν μου χτύπησε την πόρτα για να διαμαρτυρηθεί. Τώρα βέβαια σκέφτομαι πως ίσως να μην μπορούσαν οι περίοικοι να προσδιορίσουν απόλυτα και την αφετηρία της μεταμεσονύκτιας αυτής μουσικής έκφρασης. Οπότε έμεινα όλα μου τα χρόνια ανενόχλητη από τέτοιου είδους περισπασμούς αλλά και άυπνη.
Δεκαέξι χρόνια συμβίωσης και σχεδόν τίποτα δεν άλλαξε. Ακόμα και μέχρι τις τελευταίες μέρες η Ζουζού έβρισκε παρηγοριά στο να με "ζυμώνει" όταν είχε τις καλές της. Το ζύμωμα αυτό ελαμβανε χώρα συνήθως με αυτήν απο πάνω από τις κουβέρτες και εμένα απο κάτω. Στην πραγματικότητα αυτό ήταν μια ένδειξη παλινδρόμησης της Ζουζούς σε μια ηλικία που ακόμα βύζαινε την μάνα της. Γιατί κάπως έτσι βυζαίνουν τα μωρά γατάκια: Ανεβαίνουν πάνω στο σώμα της μητέρας τους, διαλέγουν μια απο τις οκτώ ρώγες της, συνήθως όποια προλάβουν, και ξεκινούν το ζύμωμα γύρω απο την θηλή ούτως ώστε να πιέσουν το γάλα να βγει προς τη ρώγα. Γάλα δεν διαθέτω, μαμά της δεν ήμουν, αλλά η συνήθεια της αυτή δηλωνε ξεκάθαρα την αγάπη της προς το πρόσωπό μου. Εξάλλου εξακολουθούσα να είμαι η τροφός της. Κάθε πρωί το τελετουργικό της προετοιμασίας μου για την ημέρα περιλάμβάνε μια ακόμα μικρή λεπτομέρεια του να της βάλω φαγητό και να της βάλω φρέσκο νερό. Οι συνήθειες μου τις ήταν γνωστές, χαρακτηριστικό των πλασμάτων που διατελούν σε αρμονική συμβίωση. Η Ζουζού κάθε πρωί, ξύπνια ούσα ήδη αρκετή ώρα πριν, θα προπορευόταν της πρωινής μου πορείας προς την τουαλέτα, θα μπερδευόταν στα πόδια μου για να εισπράξει τα πρωινά χάδια που μου επέβαλε πως της ανήκουν, θα νιαούριζε γλυκά για να μου διαμηνύσει να μη ξεχάσω να της βάλω φαγητό και θα περιμένε υπομονετικά, καθήμενη στα δυό της πίσω πόδια, πάντα κοιτώντας με σταθερά μέσα στα μάτια, να τελειώσω με τις πρώτες μου υποχρεώσεις που δεν μπορούσε να κατανοήσει. Αν και οι υποχρεώσεις μου μέσα στην ημέρα είναι πολλές για τις 24 ώρες της ημέρας, δεν ξεχνούσα να κάνω τα δυό τρια πράγματα που της ήταν απαραίτητα για να είναι μια ευτυχισμένη γάτα: να φροντίσω για την διατροφή της, να της δείξω την αγάπη των δύο λεπτών του πρωινού που της είναι απαραίτητη για να μείνει μόνη τις επόμενες δέκα και καμμιά φορά δώδεκα ώρες και να επαναλάβω το ίδιο σκηνικό το βράδυ, επιστρέφοντας, βρίσκοντας την πάντα να με περιμένει ακριβώς πίσω απο την πόρτα. Μια αναμονή που την φανταζόμουν ήσυχη, μακρόσυρτη, σιωπηλή και εν τέλει μοναχική. Η Ζουζού, με το που θα άκουγε το κλειδί στην πόρτα, θα σηκωνόταν απο το χαλάκι της, θα τεντωνόταν νωχελικά τουρλώνοντας τον ποπό της προς τα πίσω και θα ερχόταν να με προϋπαντήσει καλωσορίζοντας με στην γατίσια της διάλεκτο. Και είμαι σίγουρη πως με καλώσορίζε γιατί η φωνούλα της ακουγόταν πάντοτε γλυκιά και κρατούσε πάντοτε τον συγκεκριμένο χρόνο που χρειάζεται για να πάρει ένα τρυφερό ύψος και ύστερα να καταλαγιάσει. Φαντάζομαι αν είχε φωνή θα με ρώταγε γιατί άργησα αλλά το φτωχικό της λεξιλόγιο σε συνδυασμό με την καρτερικότητά της δεν της επέτρεπαν περαιτέρω σχόλια.
Η ιστορία σταματάει εδώ.
Αυτό το κείμενο δεν ολοκληρώθηκε ποτέ.
Η Ζουζού δεν πρόλαβε να ζήσει την χαρά να της διαβάζω ένα κείμενο αφιερωμένο σε αυτήν. Όχι, δεν το έγραψα εν είδει επικήδειου. Όταν γραφόταν, απλώς περίμενα πως κάποτε, όταν θα τελείωνα τις άλλες μου υποχρεώσεις, θα το ολοκλήρωνα. Εξάλλου η Ζουζού ήταν κάτι σαν δεδομένο. Μέχρι που ο Χρόνος τα αναποδογυρίζει όλα.
Τώρα στη θέση της είναι η Φρου Φρου. Η Φρου Φρου ήρθε αφού κατανίκησα τη βασική μου εσωτερική αντίσταση στο να αντικαταστήσω ένα πρόσωπο ουσιαστικά αναντικατάστατο. Με συγκίνησε όμως η ιστορία της: είχε χάσει και αυτή τη "μαμά" της, μια γηραιά κυρία που την εγκατέλειψε για να ταξιδέψει στο επέκεινα, όπως και εγώ είχα εγκαταλειφθεί βίαια αφού βίαιος είναι ο κάθε χωρισμός, όσο κι αν τον προετοιμάζεις. Η Φρου Φρου βρέθηκε στο κλουβί ενός πετ σοπ, να φοράει πάμπερς για να μη χρειάζεται να λερώνει ολούθε. Όταν έμαθα την ιστορία της κάτι μέσα μου είπε πως η αγάπη δεν πρέπει να τελειώνει πουθενά. Και ύστερα η Φρου Φρου μετακόμισε στο σπίτι μου το οποίο την υποδέχτηκα με χαρές αφού ήξερα πως ουσιαστικά θα συνοικούσαμε πλέον. Η Φρου Φρου είναι Πέρσα. Για πολύ καιρό δεν ήθελε να μου μιλήσει. Ακόμα και τώρα αποφεύγει τις διαχυτικότητες. Είναι ίσως πιο όμορφη απο τη Ζουζού μου, αλλά μετά απο έξι μήνες συμβίωσης εξακολουθεί να κρατάει τις αποστάσεις. Ωστόσο τον τελευταίο καιρό αισθάνεται πιο άνετα αφού αποφάσισε να δοκιμάσει τις ίδιες κορόνες με αυτές της Ζουζούς. Αυτή τη φορά ξέρω πως δεν μου επιτρέπεται να την αρπάξω και να τη ζουλήξω. Αυτή η αγάπη είναι διαφορετική. Θα πρέπει να αποδεχτώ τη προσωπικότητα της και τις ιδιοτροπίες της. Δυστυχώς για μια ακόμη φορά δεν έχω τον χρόνο που θέλω για να της αφιερώσω. Όλο λεω αύριο και αύριο και αύριο. Προχθές κατάφερα να την κουρέψω λιγάκι. Τα ολόλευκα μαλλάκια της είχαν μπερδευτεί. Και εξάλλου κατακαλόκαιρο έχει, μπορεί να ζεσταίνεται. Πήρα ένα ψαλίδι και έκοβα όπου έβρισκα. Το στυλ βγήκε μάλλον πανκιό και η κόρη μου, όταν την είδε, μου είπε έκπληκτη: "Μαμά, η Φρου Φρου κάτι έπαθε".
Η σχέση μου με το τετράποδό μου είναι απο τις λίγες πολυτέλειες που μου έχουν μείνει. Δυστυχώς θεωρώ πολυτέλεια την πρωινή μας σύντομη επαφή με τα μάτια και με το δέρμα. Πρέπει να φροντίσω και όλα εκείνα τα άλλα πράγματα που πρέπει να γίνουν. Αλλά αυτά τα λίγα λεπτά που μοιραζόμαστε καθίστανται ευεργετικά τόσο για μένα όσο και για εκείνη. Η σχέση μου μαζί της είναι ξεχωριστή. Στην ποιότητά της δεν μοιάζει με καμμία άλλη. Κυρίως σε ότι αφορά ένα πράγμα: στο ό,τι είναι αστείρευτη παρόλο που μοιάζει να επαναλαμβάνει το ίδιο ακριβώς τελετουργικό την κάθε ημέρα που περνάει. Αλλά πάνω απο όλα μου θυμίζει απο που προέρχομαι και κάθε φορά που πρέπει να επιστρέφω.
Τρίτη, Ιουνίου 02, 2009
Μαύρο Φως

Καρτερώντας γυρισμό, το μαύρο
μαγνάδι της φωτεινής του θύμησης ύφαινε.
Μα ό,τι έφτιαχνε η μέρα, το ξήλωνε
της νύχτας το άδειο μαξιλάρι.
Είναι η αναμονή, αβάσταχτη
σα δέκα χρόνια πείσμονος σιωπής,
δοντιών κροτάλισμα σε βουβές ικεσίες.
Ενθάδε, σε μια ορθοπλαγιά, βαριανασαίνει
η μακροθυμία μιας Πηνελόπης
και η μανία μιας Μήδειας δέεται την ελαφράδα
των ανέμων.
Κυριακή, Φεβρουαρίου 22, 2009
Η μάχη με την Άνοιξη
αφού όλα εκεί βιώνονται, σε ό,τι ονομάζεται ζωή.
Υπάρχει εξέγερση κρυμμένη μες τις λέξεις,
κι εξιλέωση, - αλλά εξαγνισμός ποτέ.
Βρίσκονται μόνο καθρέφτες εκεί και θραύσματα,
σάμπως η μοίρα καπνίζει εγκατάλειψη.
Σιγοτραγουδά η αλήθεια σε τοπίο από κάρβουνο,
κι είναι προτιμότερο νομίζω
να κρυφακούω τη ζωή,
λόγου χάρη το ασανσέρ που ανεβαίνει,
αφού μπορώ και ονειρεύομαι πως φθάνει στα ουράνια.
Αφουγκράζομαι και τα βήματα που πλησιάζουν,
η πόρτα που ανοίγει το εδώ και το τώρα,
επιστροφές τα κλειδιά προλογίζουν.
Συλλογιέμαι για τους γυρισμούς,
πως έχει την ελπίδα του κι αυτό - όπως το ταξίδι.
Θυμάμαι – οιονεί επανέρχομαι –
στο κελάρυσμα από φράσεις,
να μνημονεύω ήχους και να απομονώνω
τα λόγια που φορτώνονται βροχή στην πλάτη.
Έτσι πέρασαν κυκλώνες και κάποιοι δεν άφησαν τίποτα
Έχασα στίχους που έκοψαν τη μέρα στη μέση
- έμειναν οι μνήμες ακρωτηριασμένες από τη μέση και κάτω
κι ότι πρόλαβα απόσωσα,
ακέφαλα σχήματα, απρόσωπους λογοπαίκτες,
κι οι λέξεις πάντα να έπονται
κάποτε να ματώνουν.
Ποιητές, λογοκλόποι του άρρητου
διαμηνύετε σα να καταλαβαίνω,
πως οι λέξεις κουβαλούν το παρελθόν,
όπως κάποιοι μιλούν λες και ορίζουν τα μελλούμενα.
Συγχωρήστε αυτούς που έφτασαν να υπόσχονται κιόλας
- σα να πραγματοποιούν.
Οι εμμονές σας, ανθοί πεσμένοι στου δρόμου την άκρη,
ντρέπομαι να πατώ τέτοιους καιρούς πάνω σε τόση άνοιξη.
θαρρώ είναι ανάγκη κάποιες στιγμές να σωπαίνουμε.
Φαντάζομαι πως κάποτε παλιά τα παμε όλα - και αν δεν τα είπαμε,
σίγουρα τα αποθέσαμε στην άκρη των ματιών μας.
Έχει μια κούραση η ζωή που κουβαλάνε οι λέξεις.
(αφιερωμένο στην Άνοιξη που σιμώνει, κι ας επιμένει να κρύβεται)
Εκείνη ήταν Αυτός
Ήταν τα χέρια του πάνω σε αυτό το τετράδιο ή σ’ αυτό το βιβλίο. Παραξενευόταν που το είδωλό της πάνω στο τζάμι δεν είχε ξανθά μαλλιά. Τον ήθελε ελεύθερο, χωρίς κανέναν περιορισμό, κι αυτό εκείνος το ήξερε. Τον συνόδευε, αόρατη, αφού ζούσε μέσα του, το βράδυ, κατά μήκος μιας αποβάθρας του Έλβα, σε αναζήτηση ποιος ξέρει ποιας γνωριμίας που προκαταβολικά είχε αποφασίσει να μην υποφέρει για αυτήν. Διαμιάς την πλημμυρίζει μια χαρά απέραντη, αλλιώτικη από του οργασμού, αφού δεν συγκλονίζει μόνο ένα τρίσβαθο του κορμιού της, όμοια με αυτή του κρεβατιού αφού είναι εγκατάλειψη και ευδαιμονία, πληρότητα του να είσαι και να μην είσαι πια. Ο νους της αποτιμούσε με ψυχραιμία εκείνο το δώρο που δεν το έβλεπε σα να της οφειλόταν και που εξηγούσε πότε σαν ένα θαύμα, πως ένα πέρασμα κατωφλιού, πότε σαν ένα χώνεμα σ’ενα ανδρόγυνο όλο. Να τη σκεφτόταν κι εκείνος; Να δοκίμαζε κάποια ανάλογη συγκίνηση; Ποτέ δεν θέλησε να το εξακριβώσει: οι στιγμιαίες ευτυχίες των άλλων ανήκουν μόνο σε εκείνους, όπως και οι δυστυχίες τους.
Μαργκερίτ Ντυράς
Πέμπτη, Φεβρουαρίου 19, 2009
Εγώ και ένα Ποίημα
ήξερα πολύ καλά πως θα είσαι από μέσα
Ταπεινωτικό να λέγεσαι ποίημα
Υποτίθεται πως στέγαζες καλά τα κρυμμένα
Ορίστε λοιπόν
Στη διάθεση τιμής ένεκεν
σταθερά χαρίστηκα φλύαρα
κι η παρόρμηση λεπτό φυλλορρόημα
κι ύστερα χειμώνας
Ξεθώριασαν οι διαδρομές, τα εισιτήρια
Κι εσύ να γράφεσαι πριν ξεκινήσεις
Εύκολο το πρόσχημα
Ονομάζεται Άλλος
Ευγενείς οι παρατηρητές κι οι απόμακροι
στηρίζουν το ανυποψίαστο σαγόνι
και τα δάχτυλα-φτερά, τα νύχια-βέλη
ντροπαλά στης ασυνέχειας στόματα
Κουρτίνα σε κρέμασα
ύφάνση από μετάξι άκαιρο
να με σκεπάζει απ’ το αστόχαστο
Την ώρα εκείνη σκλήρυναν
των ματιών μου οι κάλυκες
Ζυγίζω ελαφρότητα
δεν έχουν άδικο
Όταν παζαρεύω το βάρος σου
οι άλλοι λαχταρούν ευκινησία
Μετασχηματίζομαι τώρα
σε χείλη που φτιάχνουν
ψιθύρους με την λέξη απρόσεκτα
Γρατζουνώ αφηρημένα
δέρματα που παίζουν τον ρόλο των ορίων
Στενάζουν οι δρόμοι αδιάντροπα ακόμα
κι όλα τα αντίθετα φαντάζουν συγγενή
κι οι άνθρωποι ζογκλέρ εξαφανίζουν με κόλπα
τα φταιω, τα είδα και τα τραύματα
σώπα τώρα λεω, γίνε σύννεφο
και γράψε την λέξη βροχή στο παράθυρο
Η ζυγαριά δεν γέρνει προς το μέρος μου
Προτίμησα να λεπτύνεις κι άλλο
Ιδανικά θα σε αφήσω εντελώς - μπορεί και να πετάξεις
Παρασκευή, Ιανουαρίου 23, 2009
L' exil et l'utopie d' une reve familier
Nature Morte

(σημ:συγχωρήστε τους ανόητους ποιητίσκους που ανακατώνονται στα πόδια σας, αυτούς τους αντιπαραγωγικούς είλωτες που αρνούνται να μεγαλώσουν και που έχουν την μαεστρία να κουκουλώνουν την αχρηστία τους)
Αν θα έρθεις να δεις εμένα με τα άκριτα παρέα
Θα στέκομαι ανάμεσα στο τίποτε και στο κρατώ την ανάσα μου.
Ίσως έφτασες κιόλας εδώ με την μπόρα του απογεύματος
και δεν πρόσεξες πως κι εγώ πάλι απουσίαζα ψάχνοντας να βρω αφαίρεση ανταλλάξιμη
με φτηνή αιδημοσύνης ρευστότητα
Της μαύρης νύχτας η αδήριτη ανάγκη
παγερό μετάξι που απλώνει ολόγυρα σκεπάζομαι
και αδημονώ εν καιρώ
να παίξω κρυφτό με την αίσθηση
πως η αθώα και άσπιλη αναγκαιότητα του χειμώνα που έρχεται
σκοπό δεν είχε παρά να καλύψει την γύμνια μας
που από την ίδια της την λάμψη υπέφερε
Αν ξεφύγω και πάλι από το ανήλεο βλέμμα σου
τότε κι απόψε σε μιας άλλης ημέρας την πνοή θα τελειώνει το άρωμα
Αν όμως τυχαίως τα βλέμματα ανασηκώσουμε την ίδια στιγμή
Τότε θα ανταμώσουν οι δόλιες αλήθειες μας
, Φρούδες ελπίδες πως δαγκωθήκαμε
Άγριων μήλων φύσης νεκρής το ξερό αίμα πως βάψαμε τα πρόσωπα
Το σμαράγδί των καθαρών μας ματιών πως ξεπουλήσαμε
Σιώπα λοιπόν συνομωσία σιωπής
μην κάνεις πως κρένεις τα άρρητα τα λόγια,
τα γλυκά, τα επαναλαμβανόμενα
δεν έχω ανάγκη των νόθων σου ψιθύρων το ακούμπισμα
Μιλάει απόψε η τηλεόραση του κρύσταλλου για εμάς
Μιλάνε κι οι τύψεις
Εμείς μπορούμε να κάνουμε πως δεν υπάρχουμε
Κι έτσι εν τη απουσία μας μπορεί κι η ρύμη του λόγου
λεύτερη μακριά απο εμάς να κυνηγήσει το νόημα πως
παρά τρίχα γλιτώσαμε τόσης ευτυχίας το πνίξιμο
απο θερινής κρυφής αναθύμησης κύματα
(painting:Still Life, Bouquet of Dahlias and White Book, 1923 Art Print by Henri Matisse)
Τρίτη, Ιανουαρίου 20, 2009
Eyes on Fire, εκπομπή δεύτερη
με ξυπνούν ανοιγμένη στα τέσσερα. Χωρίς τον λευκό μου μανδύα, αναστοχάζομαι
πόση φαντασία να σηκώσει κανείς σε μια μέρα.Δευτέρες γραμμένες πάνω σε φτηνό σέλιλοιντ ασπρόμαυρης μνήμης που κάτι θέλει να πει, μα διαφεύγει της προσοχής της. Πόσο τσαλάκωμα να αντέξουν οι περαστικοί καθώς ακουμπώ στο τζάμι το μάγουλο;
Είμαι εδώ, ένας άλλος, που για πρώτη φορά συναντάω, περπατάει μπροστά μου αδιάκοπα
βάφει με μέταλλο τα μάτια, κυνηγώντας τη βροχή στις αναπάντεχες γέφυρες των πόλεων.
Eyes on Fire, Blue Foundation
http://uk.youtube.com/watch?v=DTj1cXJEn34
Τρίτη, Ιανουαρίου 13, 2009
I was cruising my decay... εκπομπή πρώτη
Λένε πως όταν τα ερωτηματικά μένουν αναπάντητα, η μουσική αναλαμβάνει τον έλεγχο.
Απόψε θα κλέψω απο Tuxedomoon, θα δανείζομαι ή θα εκμαιεύω το δώρο της ποίησης τους, που της αρμόζει να ανήκει δικαιωματικά στους αποδέκτες της και ξεκινώ την ως εν ονείρω πορεία που φθίνει στους μαιάνδρους του χειμώνα.
Οι γκρίζες ώρες που δεν λογαριάζουν ερχομό, οι λευκές στιγμές που παίζουν κρυφτό με το οξύμωρο: o χειμώνας πάντα προκαλεί με το ορθάνοιχτο κενό του όπως τα ύψη αναζητούν τα θύματά τους και αυτά έλκονται από τον ίλιγγο, την σκοτοδίνη.
http://www.youtube.com/watch?v=RfJ7xXBcwh0
How many guys like me
All through history
How many girls like you
Some guys kiss and tell
Love you and leave you
Bring you up take you down
But I don't care
Lonely days in the sun
Friends don't call
I watch the light on the wall
Lonelier nights
I sleep with my sweat
But I don't care
My heart remains the same the same
Inside my heart remains the same
Mon coeur reste toujours le meme
Λένε πως όταν το νιώθεις πως σε τραβάει το κενό, είναι γιατί θέλεις να δεις τι είναι εκεί.
But she came to me
I was cruising my decay
Where the trams
Connect
Δευτέρα, Δεκεμβρίου 22, 2008
Souvenirs

Tελευταίο μεγαλείο άδικου αποτόλμησα
στης ράχης μου την άνυδρη ρίζα,
ακραία αποδοχή ως εκ τούτου
σχεδίασα
παράτολμη γύμνια δακτύλων αψήφησα
Στων άνισων χαιρετισμών τα κορυφαία
ξυπνήματα σπόρους χορού
oνειροδράματος
έσπειρα, απαντήσεις να εκπέμψουν
τα αδυσώπητα βλέμματα.
Γυναίκα ευδαίμονος ερήμωσης
ζωή εσύ
κι εγώ το ίδιο θαρρετά απέναντι παραδίνομαι.
Το καλύτερο σου άδικο διακήρυξες
είναι αυτό που τα πρώτα αναθυμήματα
είπες
τα έφτιαξα βήματα.
Κι είπα, είναι αυτό που η δική μου αφή
ακόμα δεν αναγνώρισε σε κλαδιά ώμων
ισχνού μεταξιού φυλλορρόημα
Στον εύρυθμο του ασυμβίβαστου παράλληλο
ζάλο είναι το άδικο, λες,
να μαι πάντα εγώ η πρωταγωνίστρια.
Σε ορύγματα εχθρικών εραστών
οδηγήσαμε σπινθηρισμούς τελευταίου στροβιλίσματος,
κι εσύ να αποφαίνεσαι
πως απο μένα πιάνεται ακόμη
και το άδικο, φθηνό, φθαρμένο και παλιό
το καλοδουλεμένο μου εγώ
κι αυτό καθημερινό και πολυφορεμένο,
σάλι που δήθεν θα αποσώσει
της μοίρας της γυμνότητα
Όμως καλύτερα Εγώ κι ένα άδικο
παρά Εγώ κι ένα Τίποτα.
Πάνω στον άδικο ρυθμό θα καρφώνω
τελευταία ταγκό σε πλατφόρμες αντίο.
Γιορτών αποκορύφωμα εγκαταλείπω
για να θυμάμαι πως κι εγώ υπήρξα
πέρα από εσένα κι έτσι
φτωχά κι αν γεννήθηκα, έ ζ η σ α,
έχοντας πάντα τον πρώτο ρόλο
Στιλέτο κοφτερής φυγής πορεία αποδιωγμών
περιχάραξε,
σε κρόσσια ενδύματος άδικου
θα εμπλέκω ουρά δίκαιων ερωτηματικών
που περίσσεψαν.
Κι έγινε το φταιω κτήμα μου,
σπονδύλου περιτύλιγμα και συνοχή μου.
Συνένοχα στράγγιξα αθώων χεριών
το ύστατο κράτημα, να θαρρευτώ
λίγη ακόμα ανάμνηση πριν απότομα αδειάσω
στην επόμενη του εγώ περιδίνηση
Σε στάση arabesque προσδιορίζω
την κίνηση του υπάρχω, γητειές που στοχεύει
στων βλεφάρων την βαθιά τους κατάκλιση.
Απότομα σπάω σε εντροπίας φίνα υπόκλιση
Με αρχαίων ευχών προτροπή
διπλώνομαι φως, ματιών νωπή σκοτεινότητα
βύθισε το κοινό των χιλίων προσωπείων του κάποτε.
Μυστικά παρακολουθούσε απ'την βελούδινη πλατεία
απέναντι κρυφογελώντας το τώρα μας
που απο το ουδέποτε των υποψιών μας
εύκολα ξέφυγε
Φυτρώνω στο κέντρο μου, κυοφορούμαι σχεδόν.
Κι υποψιασμένη πλέον για την θέση μου,
Πεινάω. Διψάω .Και Χορεύω.
Όπως ακριβώς οποιοδήποτε έμβρυο
μεθά απο το αδιάσειστο μέλλον του
Μα και πως να ζήσει κανείς
από αλλοτινών μεγαλείων λατρευτικές επικύψεις;
Μονάχα ένα άδικο δέρμα-σπέρμα-ανάμνηση
μου έμεινε να ενδύομαι.
Κεντάω νυχθημερόν. Υπόσχομαι,
τα πρωινά να το φορώ, τα βράδια να το σκίζω.
Σε στιγμές πανικού είχες δει
τα πλάσματα του είδους μου παλιότερα.
Συνήθιζαν να περνούν με σάλτο ακροβασίας
πάνω από βέβαιο εγκλωβισμό τα ουρανοθέμελα.
Ανέμελα πόνταραν στο κενό οι αρτίστες της ζωής
του κόσμου τους το σχέδιο σε δένδρου
περίγραμμα είχες δει να εντυπώνεται.
Από μακριά αφουγκράζομαι τροχίσκους ελαφριάς αμφιβολίας
να φυγαδεύουν τους τελευταίους φανατικούς
θεατές της αξιέραστης χίμαιρας.
Ακολουθούν πιο μετά κι οι τελευταίοι Ονειρευτές
που έσωζαν κύκνους και μνήμη από βέβαιο πνιγμό
μέχρι πριν από λίγο μαζί μας.
Κι εσύ ακόμα εδώ με ανωφέλευτα άλματα να αυτοσχεδιάζεις
άκοπης σωτηρίας πεταλουδίσματα ενόσω μια μια
οι πόλεις εγκαταλείπουν των Θεών τα τεχνάσματα
Αδειάζει το γιόρτασμα
Τελευταία εγώ θα κερνάω oμόκεντρους κύκλους
νοερής ικανοποίησης σε μουσική υπόκρουση τρένων,
ράγες αποπομπής που στήθηκαν πάνω
σε σταδιακή απώλεια αίσθησης.
Τραγικό να μην υπάρχουμε από τώρα στα σώματα,
ψέλλισες. Στο φτερό είχα προφτάσει να αδράξω
μισόλογα στομάτων, θολά περιγράμματα
να μαντέψω να προλάβω μη χάσω της γλώσσας
το κύρτωμα δολοφονικών πόθων που εξαγοράστηκαν
σε τιμή ευκαιρίας απο σώφρονες πνοές επιβίωσης.
Σκιρτώ στο θέλω
που στην άρνηση του εξωραίστηκε,
στων γέλιων τα ραίσματα που πρώιμα
φοβηθήκαμε.Σκιρτώ ενόσω συνεχίζεις
απτόητη κύκλους απόμακρης αμεριμνησίας κι εσύ - ζωή
από την ουσία σου.
Της ώρας η ελαφριά περιστροφή παρασύρεται
σε χρόνους του διαρκώς, στην άτακτη φυγή της.
Θαρρώ κι εγώ δειλά θα ακολουθήσω τα πρέπει
μιας προθεσμίας πτερόεσσας.
Ψυχορραγεί ο ρυθμικός βηματισμός του έστω-και-τώρα,
τον πνίγω κι εγώ στους αγγέλους του.
Παρασκευή, Νοεμβρίου 28, 2008
Καλέεεεεεεεεε μου Θεούλη...

..γνωρίζω οτί πέφτω σε χίλιες και μια παγίδες που σου μιλάω, αλλά να, σε παρακαλώ, εν όψει εορτών, υποσχέσου μου λιγότερες υπερβάσεις την ημέρα, για το ερχόμενο έτος. Είμαι κατά βάθος καλό παιδί, το ξέρεις, αλλά συνηθίζει κανείς στις συντέλειες, κι αν είναι να με στείλεις στον Παράδεισο, θα μου ρθει απότομο, καθότι συνήθισα στην Κόλαση, οπόταν σε παρακαλώ στέλνε μου με μέτρο τις υπερβάσεις. 'Νταξ;
Δευτέρα, Νοεμβρίου 24, 2008
Για ποιο ταξίδι κίνησες να πας;
..Πριν απο μία εβδομάδα ακριβώς, ώρα πρωινή έδωσα στην γάτα μου τις τελευταίες σταγόνες νεράκι να πιεί. Ένιωθα ήδη καιρό να με κατακλύζουν οι ενοχές που την κρατούσα στη ζωή. "Eπί ματαίω ταλαιπωρείς την ψυχούλα της" μου έλεγαν όλοι. "Γιατί δεν της κάνεις ευθανασία;". Αδυνατούσα να σηκώσω το χέρι μου και να πάρω ό,τι είχε απομείνει απο το κορμάκι της, που τώρα έμοιαζε πιότερο με απουσία, και να το οδηγήσω σε ό,τι δεν γνώριζα. Θα άνοιγα ποτέ την πόρτα στην γάτα μου για να της πω, "πήγαινε μόνη σου να δεις τι έχει εκεί πέρα"; Κι όμως, πολλές φορές στο παρελθόν μας, την είχα αφήσει να εξερευνήσει τον κόσμο ελεύθερη, όπως όφειλα. Αυτή τη φορά δεν τα κατάφερα. Δεν ήξερα τι σημαίνει ευ-θανασία. Αλλά τις τελευταίες μέρες το σκεφτόμουν όλο και περισσότερο, πως έπρεπε να την ανακουφίσω απο μια ανώφελη, παρατεταμένη αναμονή. Κι ωστόσο, την έβλεπα όπως καθόταν ξαπλωμένη στην πολυθρόνα της, που στα τελευταία της είχε γίνει το καταφύγιό της, και έλεγα, "άραγε μας ακούει που της μιλάμε, ακούει τις μουσικές που της βάζω;" Ας μην περιγράψω τις τελευταίες μας αγκαλιές, το μάτσο απο τα εύθραυστα κόκαλα που έπαιρνα προσεκτικά σαν ανθοδέσμη με λουλούδια στα χέρια μου. Μέχρι τέλος αποζητούσε την αγκαλιά μου, τα χάδια μας, την ρουτίνα των δυό μας όπου ερχόταν και ξάπλωνε στο στήθος μου γουργουρίζοντας και της κρατούσα τις απαλές πατούσες, τρίβοντας τα στρογγυλά ροζ εξογκώματα, τα όμοια με κουνελήσια.
Δεν ξέρω τι θέλω να γράψω για το ζωντανό μου που έφυγε, δεν ξέρω. Αν είναι υστερισμός που πονάω, αν είναι αισθηματολογία να μιλάω χωρίς να ξέρω τι θα πω, αν είναι η λύπη μου ανείπωτη, άρρητη, υπόρρητη ή άλεκτη, δεν το γνωρίζω. Το μόνο που γνωρίζω είναι πως ένα ζωντανό πλάσμα που άνηκε στο είδος της Felix Catus, και το οποίο ζύγιζε σχεδόν τρία με τέσσερα κιλά στις μέρες της ευημερίας της, με δίδαξε για την έννοια της αγάπης όσα δεν με δίδαξαν τόνοι ανθρώπων μαζί. Δεν θέλω να ανασκαλέψω τα συναισθήματά μου για την οριστική και αμετάκλητη απουσία της. Ξέρω πάρα πολύ καλά όμως πως όταν την αντίκρισα παρούσα-απούσα, ένιωσα μέσα μου την ορφάνεια να ριζώνει μόνιμα. Έβγαλα μια κραυγή που δεν δικαιολογούσε η ηλικία μου και η υποτιθέμενη ακριβοπληρωμένη ωριμότητα μου. Ένιωσα ξανά μικρή, απροστάτευτη, μπροστά στο βλοσυρό βλέμμα ενός ανάλγητου θεού. Μα πως είναι δυνατόν να αισθάνομαι ορφανεμένη, αφού εγώ ήμουν η "μαμά" της, εγώ την ετάιζα κι εγώ την φρόντιζα; Κι όμως.... Μια αμετακίνητη απουσία έχει στοιχειώσει το σπίτι μου. Εξακολουθώ και μπαίνω στο σπίτι και το βλέμμα μου ψάχνει να την βρει. Εξακολουθώ να περπατάω με προσοχή μη και την πατήσω. Εξακολουθώ τις νύχτες και αφουγκράζομαι προσεκτικά, μην τύχει και ακούσω το νιαούρισμά της. Εξακολουθώ και έχω αφημένο το μπολάκι για να ξεδιψάσει όταν... όταν... Εξακολουθώ και πνίγω δάκρυα και κοπετούς σα να με παρακολουθεί, μην τύχει και την προσβάλλω.Ανόητα ερωτήματα προκύπτουν όπως "ποιος θα την προσέχει εκεί πέρα;" Ό,τι και να πω, είναι λίγο, είναι ανεπαρκές, είναι ημιτελές, είναι κουτσουρεμένο, είναι σαν να μην είναι. Γιατί δεν είναι πια. Δεν είναι.
Μαζί με την γάτα μου έφυγε και μια εποχή ανεπιστρεπτί. Τέλειωσε μέσα μου οριστικά μια εποχή ανεμελιάς, τρυφηλότητας και αγάπης. Δεν βιάζομαι να την αντικαταστήσω γιατί όποιος φεύγει, δεν αντικαθίσταται με κανέναν και τίποτα. Δεν βιάζομαι να την θρηνήσω γιατί τώρα ξέρω ό,τι αυτή η πληγή που άνοιξε με την απουσία της θα παραμείνει αιμάσσουσα μέχρι που θα πάω να την συναντήσω. Τώρα δεν φοβάμαι τόσο τον θάνατο. Κάποια πολύ αγαπημένη ύπαρξη θα με υποδεχτεί στην πόρτα της ανυπαρξίας, τρίβοντας το κορμάκι της στα πόδια μου.
Τρίτη, Νοεμβρίου 04, 2008
Ελληνικόν Ειδύλλιον
Ελληνικόν Ειδύλλιον
Αφορμή το καλοκαίρι.
Αφορμή μια μαγική κάρτα που μου έστειλες κάποτε,
με δυό παιδιά και δυό μπαλόνια-ήλιους από την χώρα του ευκταίου.
Αφορμή οι γαρδένιες που αναπάντεχα συνωστίζονται κάτω από το μπαλκόνι μου,
διαδηλώνοντας για το συντελεσμένο μέλλοντα σου.
Αφορμή κι η γαλάζια κορδέλα του γιαλού που κεντήθηκε
στην κοφτή μου κουρτίνα,
περίσσευμα αφελούς συνέχειας από διαδρομές
στα πάνω-κάτω του μυαλού μου.
Ελληνικόν ειδύλλιον.
Ελληνικός καφές.
Ελληνικό πηχτό, πικρό και μοσχομυρωδάτο θα σε πίνω
στους ολάνθιστους λαβυρίνθους του τώρα έλα, τώρα φύγε σου.
Ελληνικόν ειδύλλιον βαφτίστηκε το μέλλον.
Αυτό που θα με ανατέμνει στην θερινή ασφυκτική σου περιφέρεια.
Σταυρωτά θα τυλίγω τα πόδια μου καθώς θα ρουφώ προσεκτικά
δηλητήριο απέλπιδος αναμονής
σε κουπάκι λευκό με χρυσό ραγισμένο φτεράκι
-μην τύχει και το σπάσω.
Ίδιον της μοναξιάς, η απέριττη απόλαυση της θύμησης,
της ανάμικτης με καλοκαιρινά Ελληνικά φρούτα που σε κάνουν να μην λησμονείς
Θλιβερούς θρυπτούς χειμώνες
Και αγέλαστα απολιθώματα αγγέλων
Που κείτονται πια μόνο σε φύλλα σέπιας της φωτογραφικής σου μνήμης
Και να που το Ελληνικόν Ειδύλλιον εκδίδεται σε δύο τεύχη τελικά,
Μια για τον Χειμώνα και μια για το Kαλοκαίρι.
Μια για τους χειμερινούς κουρασμένους περιπατητές της γνώσης του ίσως κάποτε
Και μια για τους ανατρεπτικούς νεανίζοντες παραθεριστές του έλα λίγο
Και να που εγώ πληρώνω συνδρομή και για τους δυό μας
Μια να το εκδίδω
και μια να τρέχω να προλάβω
τον φτερωτό ταχυδρόμο των δημοσίων υπηρεσιών του πεπρωμένου
μην τύχει κι αμελήσει
και δεν χτυπήσει το κουδούνι μου.
Τετάρτη, Οκτωβρίου 29, 2008
Περί τυφλότητας
«…κι αφού οι τυφλοί δεν βλέπουν, σας ρωτάω εγώ, πως γίνεται να μεταδίδουν την αρρώστια με την όραση, Στρατηγέ μου, αυτή είναι η πιο λογική αρρώστια στον κόσμο, το τυφλό μάτι μεταδίδει την τυφλότητα στο μάτι που βλέπει, υπάρχει πιο απλό πράγμα;....»
Ζοζέ Σαραμάγκου, Περί Τυφλότητος
Η γάτα μου έχει καρκίνο,στο υπερώο. Το στόμα της έχει παραμορφωθεί. Στην άκρη του σαγονιού της κρέμεται μόνιμα μια κόκκινη κλωστή από αίμα. Είμαι σίγουρη πως ανήκω στη μεγάλη αγέλη των τυφλών. Μόνο μια κόκκινη κλωστή από αίμα βλέπω. Για αυτό είμαι σίγουρη. Ο θάνατος σιμώνει αργά και σταθερά. Η γάτα μου πρόκειται να πεθάνει. Το περίμενα, ήταν ήδη μεγάλη σε ηλικία. Είναι άλλο όμως να το σκέφτεσαι και άλλο να συμβαίνει. Μου ανακοινώθηκε από τον γιατρό. Πέρασε πάλι εκείνο το τραγικό δευτερόλεπτο μιας αιωνιότητας μέχρι τη συνειδητοποίηση. Η γάτα μου θα πεθάνει. Σιωπή ύστερα. Έσφιξα το τίποτα που με περιέβαλε διαμιάς. Την χάνω. Ό,τι αγαπάω το χάνω, θυμήθηκα. Σημειώνω απώλειες όσο μετράω μέρες. Η γάτα μου πεθαίνει. Το μόνο που βλέπω είναι μια κόκκινη κλωστή. Κατά τα άλλα εκτυφλωτική λευκότητα. Το ζωντανό μου πεθαίνει. Κι εγώ δε μπορώ να κάνω τίποτα. Πρέπει να ζήσω με αυτόν τον θάνατο. Νεκρός ή τυφλός, λέει ο Σαραμάγκου λίγο μετά, το ίδιο είναι. Εγώ ζω τον θάνατό της τώρα. Εδώ και μήνες ζω τον θάνατό της αλλά δεν τον έβλεπα. Ήθελα να μη βλέπω. Αιμορραγούσε όλο το καλοκαίρι. Γριά είναι, θα της σαπίζουν τα δόντια, έλεγα. Ήθελα να μη βλέπω. Τώρα αίματα παντού. Πάνω στα μαξιλάρια, στα σεντόνια, στα μάρμαρα. Στάμπες με αίμα σε όλο το σπίτι που δεν καθαρίζονται εύκολα. Στην αρχή έτρωγε με δυσκολία. Δεν έβλεπα. Ύστερα σταμάτησε να τρώει. Κι ωστόσο, όποτε άκουγε τα βήματα μου στην κουζίνα, ερχόταν δίπλα μου και καμωνόταν την επιθυμία . Μικρά ανασηκώματα των πίσω ποδιών, νάζια που αποσκοπούν πιότερο στην ευγνωμοσύνη παρά στην ηδυπάθεια. Κι ας μην έτρωγε τίποτα. Δεν έβλεπα.Τώρα πρέπει να την συνοδεύσω μέχρι την έξοδο.Της βάζω γάλα, το διαλύω με λίγο νερό. Δεν πίνει. Δεν βλέπω τίποτα άλλο. Είμαι τυφλή κι ωστόσο πρέπει να την ξεπροβοδίσω μέχρι την εκτυφλωτική πόρτα του επέκεινα. Ένας άγριος λυγμός πνίγηκε στο σαγόνι μου όταν μου ανακοινώθηκε το επικείμενο. Η ακοή, λεει ο Σαραμάγκου, είναι η όραση των τυφλών. Δεν βλέπω. Αλλά άκουσα τον λυγμό μου μου που πνίγηκε. Της χτενίζω τα μπερδεμένα μαλλιά της. Ζει τις τελευταίες της όμορφες αναμνήσεις. Λίγος ήλιος της αξίζει ακόμα. Κάθεται μπροστά στο παράθυρο, αλλά απο μέσα απο το τζάμι για να μην κρυώνει. Εγώ δεν βλέπω τον ήλιο.Μόνο τις μικρούς κόκκινους πλανήτες από αίμα στο πάτωμα. Ευτυχώς δεν έχει επίγνωση το οτί σε λίγο καιρό αυτό το σώμα της θα είναι απλώς ένα πεταμένο ρούχο στο πάτωμα. Μαλακώνει πολύ λίγο ο πόνος.Έρχεται πάνω μου και αρνείται να φύγει. Το έκανε πάντα, μα εγώ δεν έβλεπα. Είμαι τυφλή. Δεν βλέπω τίποτα.

