Πέμπτη, Μαρτίου 20, 2008

Κραταιές μειοψηφίες

Οι καταραμένοι είναι μια μικρή, κι ωστόσο κραταιά μειοψηφία.

Τώρα δα θυμήθηκα κείνο που έλεγε ο Καβάφης, πως σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι να πουν. Κωνσταντίνε, αν με ακούς απο κάπου, θέλω να σου πω πως αυτή η μέρα δεν ήρθε ποτέ γιατί πολύ απλά ήταν ήδη προαποφασισμένο για κάποιους από εμάς το Ναι ή το Όχι. Και ξέρεις Κωνσταντίνε, η μέρα που έρχεται, δεν είναι της δήλωσης του μεγάλου Ναι ή του μεγάλου Όχι. Είναι η μέρα που αυτό που συμβαίνει είναι που συνειδητοποιείς πως αμέτρητες φορές, δίχως ακριβώς να το καταλάβεις, δίχως να το θελήσεις, έχεις ήδη δώσει την απάντηση. Η μέρα που έρχεται, είναι για να καταλάβεις τελικά πως το έχεις ήδη πει το μεγάλο Ναι σου, απο παλαιά. Κι αν ψάξεις τελικά, αν καταμετρήσεις τις περιπτώσεις, αν τις φυλλομετρήσεις τις απαντήσεις που έδωσες στο προσωπικό σου αρχείο, θα δεις οτί η μια οδήγησε στην άλλη και πως στην πραγματικότητα δεν αποφάσισες ποτέ, ήσουν ήδη με τους μεν ή με τους δε. Ήθελα να στο πω χθες. Ευτυχώς στο λέω σήμερα.

Κωνσταντίνε, πες Του επίσης πως δεν Τον πιστεύω πια. Τουρίστα με έφερε, τουρίστας θα φύγω απο εδώ. Ποτέ πραγματικά δικός.

Δευτέρα, Μαρτίου 17, 2008

Την ημέρα είμαι μηδαμινός και τη νύχτα είμαι εγώ

"Την ημέρα είμαι μηδαμινός και τη νύχτα είμαι εγώ" έγραφε ο Πεσσόα, αγαπημένος των ανήσυχων φτηνών ημερολογίων.

Με άλλα λόγια την ημέρα κατάπινε χούφτες τις σιωπές του, προσωρινά παυσίπονα φτηνής ανακούφισης, υποταγές σε μιάν άθλια, καταδιωκτική απορία, μια πλησμονή ερωτημάτων, που τις νύχτες γινόταν πρόστυχη κι ωστόσο αχόρταγη.

Τι γυρεύει λοιπόν κανείς στις νύχτες με ένα πρωινό ανάθεμα για λύχνο; Τόσο λίγο το φως της σιωπής. Λιγοστεύει απο νωρίς κι ας μη σε παίρνει ο ύπνος. Τι γυρεύει κανείς στο σκοτάδι με τα μάτια ορθάνοιχτα; Τι κι αν ο φόρος της διάνοιας πληρώνεται με αγρύπνια; Μόνη λαμπρότητα του σκοταδιού, η φυσική καταστροφή του θεατή του.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 18, 2008

Confidences trop intimes

Σε μια καλημέρα ημιτελή, ασυμπλήρωτη,
φορτώσαμε όλα τα πρωινά με ένα αναπάντητο ερώτημα,
καθώς στην διάρκεια της παράταση δώσαμε
με μια γλύκα θολή, ανεξερεύνητη.

Σαστισμένοι κοιτάξαμε κλεφτά τα ρολόγια μας
κι ως έμειναν οι λεπτοδείκτες αμίλητοι,
αναρωτηθήκαμε,
πώς ζήσαμε για λίγο περισσότερο από όσο ποθήσαμε.
Πως κρατήσαμε απ' του κόσμου τον μύθο, λίγη σκόνη στα χέρια μας,
βιαστικά, δίχως δικαίωμα και δίχως καμμίαν αξίωση.
Και πως ύστερα γλίστρησε η σιωπή σαν κανείς να
μην ήθελε να προδώσει
μια καινούργια χαρά που κανείς μας δεν πρόφτασε.

Πως αφήσαμε έτσι την ημέρα να φεύγει λιγόθυμη.
Πως την εγκαταλείψαμε μόνη, στην θαμπωτική της ανταύγεια.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 15, 2008

Όταν όλα πάνε λάθος...


... τότε ακούμε μουσικές και διαβάζουμε ποίηση για να οικειοποιηθούμε το δυσεξήγητο της προσωπικής μας μοίρας που κάπου θέλει να μαρτυρήσει το μυστικό της εγγεγραμένης, ανάλλαγης φύσης της αλλά και κάπου θα μας αφήσει και μόνους μας για να την ερμηνεύσουμε.

Η Άννα Αχμάτοβα γράφει...


Οδοιπορώντας προς ένα πανάρχαιο χωριό
που βρίσκεται στο μέλλον
το βαρύ βήμα της αλήθειας
κοντοστάθηκε
ακάτω από το μισοκαμένο κλαρί των ημερών

Ο νους
αιχμάλωτος της αδυναμίας,
ανάμεσα στην λέξη και την απόκριση,
βύζαινε, αδέσποτος,
το φως του δειλινού

Ο άγνωστος
και αθέατος
μάρτυρας της ζωής
παρατηρούσε το φτεροκόπημα
των μαύρων πουλιών
στη θέα του φεγγαριού

Ένα βουνό ονείρων
ξεπρόβαλε
αχνά στον ορίζοντα.
Τότε άρχισε ν'αναρωτιέται
πως μπορεί να υφάνει τη ζωή
και να τη συμφιλιώσει με τον εαυτό της

Μια σταξιά πίκρας
έβρεξε τα σκύβαλα των φόβων
και
τα φαγωμένα από τον χρόνο σκέλεθρα
μιας μοίρας τραγικής και παράλυτης

Στο πάλιωμα του βλέμματος
αντιφέγγιζε
μαι εικόνα δίχως σώμα,
φανερώνοντας πως δεν υπάρχει ιστορία
χωρίς τα δικά της φαντάσματα

Στο υπόκωφο φως της αυγής,
το τρέμουλο
μιας λησμονημένης ηδονής,
δεν ήταν τίποτα άλλο
παρά μια υγρή χειρονομία
ενός θανάτου ερωτικού

Στέλνοντας μια κραυγή
να ταξιδέψει έξω από τον χρόνο,
κατάλαβε

πως για να καταφέρουμε να θυμηθούμε ξανά,
η μόνη σωτηρία είναι να ξεχάσουμε τις αμαρτίες μας

Κυριακή, Φεβρουαρίου 10, 2008

Θύμα μετακινήσεων


Θύμα μετακινήσεων εγώ

κι η μάσκα μου, αριστερό μάγουλο που κόπηκε στην μέση.

Απροσεξία μιας φυγής, ατελεύτητη τραυμάτισε

Σελήνη από ότι απέμεινε στη χάση του,

με χείλη ωστόσο ανέπαφα.

Χαμογελαστές βλεννογόνοι με ειρωνικής λάμψης σταγόνες

- θύμισες παιδικών βυσσινάδων,

πιοτά ιδρωμένων μεσημεριών,

περνούσαν έτσι ατέλειωτες ώρες αθώα,

αποκαλύπτοντας μικρές αλήθειες μακρόσυρτα

σε ένα μυθώδες σύμπαν ευηθών ματαιώσεων.



σημ: στο παρόν ποστ, στη φωτο, η λαβωμένη μούσα του "ποιητή", αθάνατη αγαπημένη. Η άλλη αθάνατη, έγινε χίλια κομμάτια.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 09, 2008

Ούτ'άνθρωπος έχει ποτέ αγαπήσει ~ Σονέτο 116

Μέσα στα κιτάπια μου ανακάλυψα ένα Σονέτο του Σαιξπηρ, συγκεκριμένα το νο.116

Λεει λοιπόν ο Ουίλιαμ, στο σονέτο:

Κανένα εμπόδιο να ενωθούν πιστές καρδιές
δεν θα δεχθώ

Δεν είναι η αγάπη αυτή που αλλάζει με της τύχης
τα γυρίσματα
Και με το κάθε σκούντημα πέφτει και χάνεται.

Όχι, είναι σημάδι προαιώνιο
Που ακλόνητο τις τρικυμίες αντικρίζει

Του καραβιού που πλανιέται το άστρο
Η αξία του είναι άγνωστη, αν και το ύψος του μπορεί να υπολογιστεί.

Δεν είναι η αγάπη παιχνίδι του καιρού
που κυλάει με το κυρτό του το δρεπάνι,
Δεν είναι τριανταφυλλένια μάγουλα και χείλια.

Η αγάπη η αληθινή δεν αλλάζει με τις σύντομες ώρες και βδομάδες,
Φτάνει μακριά μέχρι την άκρη της συντέλειας.

Αν είναι πλάνη αυτό και μου αποδειχτεί, ούτε τίποτα έχω γράψει στην ζωή

Ούτ’ άνθρωπος έχει ποτέ αγαπήσει

Προσφυγή

Με μόνο στο έδαφος έρπον ανάβλεμμα

Έτσι κινούνται οι ωραίοι ετερόχθονες

Έφθασαν ως εδώ

Ανθρώπινα όντα που δεν μνημονεύουν γενέτειρα

Μάτια που σκάβουν και μπουκώνονται

σάρκας κομμάτια απ’ το χώμα

για να διατηρήσουν βαρύτητα

Τραβούν το κουβάρι σπιθαμή προς στιγμή

από όπου σθεναρά τους κρατάει αντίσταση

Ερωτήματα που δεν τελειώνουν ποτέ

Ούτε καν σε επιτήδειους λαβυρίνθους

δεν αδειάζουν τα νερά των άσκοπων κύκλων τους

Κάποτε παύουν να ρωτούν τους άλλους

Σε τι όνομα ακούν;

Κι όταν ξεχνιούνται και οι ίδιοι

βουβαίνονται ακόμα και τα σώματα

Δεν αρκούν τα τρυφερά κεφάλια της προαίρεσης

Να κοιτούν σε αγρούς ηλιότροπης θεουργίας

Αναπροσδιορισμοί σε άσπαστους κώδικες

και πίνακες-γρίφους

Εδώ απουσιάζουν μόνες οι σκιές μας

Γλυκιά σκουριά ξερνάνε μόνο οι κορνίζες στις γωνίες

Σαλεύουν άραγε οι αθάνατοι νόστοι μας;

Δεν θα το ψιθύριζα πια

Θα σ αγαπώ μέχρι το τέλος του κόσμου μου λες,

Άρα φθάσαμε στο τέλος αγάπη μου κιόλας, γελώ,

και σκορπίζεσαι θρύψαλα

Κι έτσι θα μένω στο καμβά

Πρόσφυγας σε πορτραίτα που έμειναν ημιτελή

και τυλίγομαι ταλαγάνι σκούρο και βαρύ

Με προστατεύει λιγάκι από το ψύχος

στο απέραντο χάος της σημασίας του άνευ