"Δεν υπάρχει το σύνολο αλλά η μονάδα, αυτή η χαίνουσα οπή που μέσα της ριζώνει, ριζώνει ατέρμονα ο φοβερός κοχλίας. Σε μια εγκοπή του μυστική να φυτευτεί ο τελευταίος σου στίχος και να μείνει"
Δευτέρα, Φεβρουαρίου 18, 2008
Confidences trop intimes
φορτώσαμε όλα τα πρωινά με ένα αναπάντητο ερώτημα,
καθώς στην διάρκεια της παράταση δώσαμε
με μια γλύκα θολή, ανεξερεύνητη.
Σαστισμένοι κοιτάξαμε κλεφτά τα ρολόγια μας
κι ως έμειναν οι λεπτοδείκτες αμίλητοι,
αναρωτηθήκαμε,
πώς ζήσαμε για λίγο περισσότερο από όσο ποθήσαμε.
Πως κρατήσαμε απ' του κόσμου τον μύθο, λίγη σκόνη στα χέρια μας,
βιαστικά, δίχως δικαίωμα και δίχως καμμίαν αξίωση.
Και πως ύστερα γλίστρησε η σιωπή σαν κανείς να
μην ήθελε να προδώσει
μια καινούργια χαρά που κανείς μας δεν πρόφτασε.
Πως αφήσαμε έτσι την ημέρα να φεύγει λιγόθυμη.
Πως την εγκαταλείψαμε μόνη, στην θαμπωτική της ανταύγεια.
Παρασκευή, Φεβρουαρίου 15, 2008
Όταν όλα πάνε λάθος...

... τότε ακούμε μουσικές και διαβάζουμε ποίηση για να οικειοποιηθούμε το δυσεξήγητο της προσωπικής μας μοίρας που κάπου θέλει να μαρτυρήσει το μυστικό της εγγεγραμένης, ανάλλαγης φύσης της αλλά και κάπου θα μας αφήσει και μόνους μας για να την ερμηνεύσουμε.
Η Άννα Αχμάτοβα γράφει...
Οδοιπορώντας προς ένα πανάρχαιο χωριό
που βρίσκεται στο μέλλον
το βαρύ βήμα της αλήθειας
κοντοστάθηκε
ακάτω από το μισοκαμένο κλαρί των ημερών
Ο νους
αιχμάλωτος της αδυναμίας,
ανάμεσα στην λέξη και την απόκριση,
βύζαινε, αδέσποτος,
το φως του δειλινού
Ο άγνωστος
και αθέατος
μάρτυρας της ζωής
παρατηρούσε το φτεροκόπημα
των μαύρων πουλιών
στη θέα του φεγγαριού
Ένα βουνό ονείρων
ξεπρόβαλε
αχνά στον ορίζοντα.
Τότε άρχισε ν'αναρωτιέται
πως μπορεί να υφάνει τη ζωή
και να τη συμφιλιώσει με τον εαυτό της
Μια σταξιά πίκρας
έβρεξε τα σκύβαλα των φόβων
και
τα φαγωμένα από τον χρόνο σκέλεθρα
μιας μοίρας τραγικής και παράλυτης
Στο πάλιωμα του βλέμματος
αντιφέγγιζε
μαι εικόνα δίχως σώμα,
φανερώνοντας πως δεν υπάρχει ιστορία
χωρίς τα δικά της φαντάσματα
Στο υπόκωφο φως της αυγής,
το τρέμουλο
μιας λησμονημένης ηδονής,
δεν ήταν τίποτα άλλο
παρά μια υγρή χειρονομία
ενός θανάτου ερωτικού
Στέλνοντας μια κραυγή
να ταξιδέψει έξω από τον χρόνο,
κατάλαβε
πως για να καταφέρουμε να θυμηθούμε ξανά,
η μόνη σωτηρία είναι να ξεχάσουμε τις αμαρτίες μας
Κυριακή, Φεβρουαρίου 10, 2008
Θύμα μετακινήσεων
κι η μάσκα μου, αριστερό μάγουλο που κόπηκε στην μέση.
Απροσεξία μιας φυγής, ατελεύτητη τραυμάτισε
Σελήνη από ότι απέμεινε στη χάση του,
με χείλη ωστόσο ανέπαφα.
Χαμογελαστές βλεννογόνοι με ειρωνικής λάμψης σταγόνες
- θύμισες παιδικών βυσσινάδων,
πιοτά ιδρωμένων μεσημεριών,
περνούσαν έτσι ατέλειωτες ώρες αθώα,
αποκαλύπτοντας μικρές αλήθειες μακρόσυρτα
σε ένα μυθώδες σύμπαν ευηθών ματαιώσεων.
σημ: στο παρόν ποστ, στη φωτο, η λαβωμένη μούσα του "ποιητή", αθάνατη αγαπημένη. Η άλλη αθάνατη, έγινε χίλια κομμάτια.
Σάββατο, Φεβρουαρίου 09, 2008
Ούτ'άνθρωπος έχει ποτέ αγαπήσει ~ Σονέτο 116
Λεει λοιπόν ο Ουίλιαμ, στο σονέτο:
Κανένα εμπόδιο να ενωθούν πιστές καρδιές
δεν θα δεχθώ
Δεν είναι η αγάπη αυτή που αλλάζει με της τύχης
τα γυρίσματα
Και με το κάθε σκούντημα πέφτει και χάνεται.
Όχι, είναι σημάδι προαιώνιο
Που ακλόνητο τις τρικυμίες αντικρίζει
Του καραβιού που πλανιέται το άστρο
Η αξία του είναι άγνωστη, αν και το ύψος του μπορεί να υπολογιστεί.
Δεν είναι η αγάπη παιχνίδι του καιρού
που κυλάει με το κυρτό του το δρεπάνι,
Δεν είναι τριανταφυλλένια μάγουλα και χείλια.
Η αγάπη η αληθινή δεν αλλάζει με τις σύντομες ώρες και βδομάδες,
Φτάνει μακριά μέχρι την άκρη της συντέλειας.
Αν είναι πλάνη αυτό και μου αποδειχτεί, ούτε τίποτα έχω γράψει στην ζωή
Ούτ’ άνθρωπος έχει ποτέ αγαπήσει
Προσφυγή
Με μόνο στο έδαφος έρπον ανάβλεμμα
Έτσι κινούνται οι ωραίοι ετερόχθονες
Έφθασαν ως εδώ
Ανθρώπινα όντα που δεν μνημονεύουν γενέτειρα
Μάτια που σκάβουν και μπουκώνονται
σάρκας κομμάτια απ’ το χώμα
για να διατηρήσουν βαρύτητα
Τραβούν το κουβάρι σπιθαμή προς στιγμή
από όπου σθεναρά τους κρατάει αντίσταση
Ερωτήματα που δεν τελειώνουν ποτέ
Ούτε καν σε επιτήδειους λαβυρίνθους
δεν αδειάζουν τα νερά των άσκοπων κύκλων τους
Κάποτε παύουν να ρωτούν τους άλλους
Σε τι όνομα ακούν;
Κι όταν ξεχνιούνται και οι ίδιοι
βουβαίνονται ακόμα και τα σώματα
Δεν αρκούν τα τρυφερά κεφάλια της προαίρεσης
Να κοιτούν σε αγρούς ηλιότροπης θεουργίας
Αναπροσδιορισμοί σε άσπαστους κώδικες
και πίνακες-γρίφους
Εδώ απουσιάζουν μόνες οι σκιές μας
Γλυκιά σκουριά ξερνάνε μόνο οι κορνίζες στις γωνίες
Σαλεύουν άραγε οι αθάνατοι νόστοι μας;
Δεν θα το ψιθύριζα πια
Θα σ αγαπώ μέχρι το τέλος του κόσμου μου λες,
Άρα φθάσαμε στο τέλος αγάπη μου κιόλας, γελώ,
και σκορπίζεσαι θρύψαλα
Κι έτσι θα μένω στο καμβά
Πρόσφυγας σε πορτραίτα που έμειναν ημιτελή
και τυλίγομαι ταλαγάνι σκούρο και βαρύ
Με προστατεύει λιγάκι από το ψύχος
στο απέραντο χάος της σημασίας του άνευ
Πέμπτη, Φεβρουαρίου 07, 2008
Μπαλκόνι με θέα στην Θάλασσα
Απ’ το μπαλκόνι μου βλέπω τα πλοία μου καλύτερα.
Απο κοντά η εικόνα τους με προδίδει.
Καθημερινές, μικρές ασυνέπειες,
αμφίδρομες ξετυλίγονται μεταξύ εμού και του ορίζοντα.
Οι “δέσποινες καινούργιων καιρών” κρατούν όρκο σιωπής στην καρίνα, διέκρινα
για τις ξύλινες αγκαλιές που ανοίγουν διάπλατα.
Ρυάκια μαλλιών κυλούν σε στήθη, σπασμένα στην μέση, επίτηδες
- μα κανείς δεν μιλά για αυτές τις απιθανότητες πια.
Κι εγώ τα πλοία μου τα βλέπω καλύτερα απο το μπαλκόνι μου.
Χθες το απόγευμα κοντοστάθηκα και κοίταξα τα πλοία μου από απόσταση.
Το μαλακό Ελληνικό φως του Αυγούστου ξέπλενε, ως πάντα, τα χρώματα.
Οι ατέλειωτες άσκοπες βόλτες σε απόχρωση κενού μπλε
είναι που αναδεικνύουν την ομορφιά του ατελέσφορου - σκέφτηκα.
Ήπια τα ακούραστα πήγαινε-έλα τους και μέθυσα
Τώρα, κάθε που σουρουπώνει, ανάβω μια φλόγα ευχής
τη συνέχεια που σιγοκαίει στο καντήλι μου, και στερεώνω Μαντόνα νεοσύλλεκτη,
κρεμασμένη σε γωνιά δωματίου με θέα στην θάλασσα.
Κι ατέλειωτα φεύγω αναχωρούν στο μπαλκόνι μου κάθε απόγευμα
Κι απρόσμενα ήρθα πλησιάζουν στον προορισμό τους επικίνδυνα
Κι εγώ στητή και ακύμαντη παρακολουθώ μέσα απο κάγκελα ασφαλείας προσωρινού χαμού.
Η συνεχής κίνηση σταματάει τη διαρροή του πόνου-έμαθα-
και κλείνω το παράθυρο που βλέπει στην ολέθρια ελευθερία τους .
Φυλαχτάρι νο.1


Το έλαβα με μεηλ και μου φάνηκε η φωτογραφία εξαιρετική. Είπα να το φυλάξω.