"Δεν υπάρχει το σύνολο αλλά η μονάδα,
αυτή η χαίνουσα οπή που μέσα της ριζώνει,
ριζώνει ατέρμονα ο φοβερός κοχλίας.
Σε μια εγκοπή του μυστική να φυτευτεί
ο τελευταίος σου στίχος και να μείνει"
"...Βρίσκουμε τους ανθρώπους πολύ μόνους στη σημερινή κοινωνία. Λέγοντας το έτσι, δεν σημαίνει τίποτα νομίζω. Υπάρχουν άνθρωποι αβίωτοι, τους οποίους αποφεύγει όλος ο κόσμος, γιατί στ' αλήθεια δεν είναι προικισμένοι με μοναξιά. Άνθρωποι που δεν βλέπουν, δεν ακούν, ενοικούν στη ζωή με οποιοδήποτε τίμημα. Άνθρωποι τρομαγμένοι, απομονωμένοι από τον τρόμο τους, ακόμη κι απ' την ιδέα της μοναξιάς της ζωής. Ο τρόμος τους τρομάζει κι εμάς με τη σειρά μας. Εμείς, αν μιλάμε για μοναξιά, βρίσκουμε πως οι άνθρωποι είναι μαζί πολύ μόνοι, και όχι αρκετά μόνοι. Οι περισσότεροι άνθρωποι παντρεύονται για να βγουν απ' τη μοναξιά. Να ζουν μαζί, να τρώνε μαζί, να πηγαίνουν σινεμά μαζί. Η μοναξιά αναταράζεται αλλά δεν νικιέται. Η ασφάλεια: η προσφυγή στον πάντοτε παρόντα άλλο. Το ζευγάρι των εραστών είναι το γεγονός μιας στιγμής. Δεν επιβιώνει ποτέ στο γάμο. Το ζευγάρι είναι χριστιανικό σ' όλες τις δυτικές κοινωνίες, πάντα. Αλλά σε κάθε ζευγάρι που γεννιέται με ακέραιη τη ψευδαίσθηση ότι θ' αποτελέσει την εξαίρεση στον κανόνα. Αγάπη, αυτό είναι. Το ζευγάρι. Το τέλος της ατομικής περιπέτειας, όποιας τάξης κι αν είναι - η μητρότητα, αντίθετα, βλέπω πως είναι μια παράδοση του εαυτού, ακόμη κι αν διπλασιάζεται μ' ένα παιδί, κι αν μεγαλώνει μ' ένα παιδί, κι αν δεν μοιράζεται μαζί του. Δεν μπορεί να κάνει τίποτα κανείς με το ζευγάρι μέσα στο ζευγάρι, παρά να περιμένει να κουβαριαστεί αυτό το θαύμα, ο χρόνος του έρωτα. Το ζευγάρι είναι από μόνο του ο αυτοσκοπός του. Με τους δύο δεν κάνει τίποτα κανείς, τίποτα, ούτε καν το παιδί γίνεται μόνο του, ούτε ο έρωτας, γίνεται αλλού, εκεί όπου κεραυνοβολεί, εκεί, μέσα στο ζευγάρι δεν τον ξέρει πια κανείς, εκεί δεν ξέρει πια κανείς τίποτα για τον έρωτα, περνάει τον καιρό, τη ζωή. Περνά πάνω στη ζωή. Η ζωή που περνάει φευγαλέα δεν μας πληγώνει. Η μοναξιά υποφέρεται, δεν είναι πια η απομόνωση. Γι' αυτό το λόγο το ζευγάρι είναι ζηλευτό και φαίνεται σαν το ευφυές εύρημα να περνάει ο χρόνος της ζωής σ' όλες τις κοινωνίες του κόσμου. Γίνεται μέσα σ' αυτό μια σταθερή αναφορά σε μια πιστότητα νοούμενη σαν θρησκευτική απαγόρευση. Ο ερωτάς μας ήταν τόσο δυνατός, ώστε δεν μπορώ να του/της είμαι άπιστος χωρίς να βλασφημώ το θεό. Οι νέοι που λένε ότι δεν έχουν γνωρίσει, δεν ξέρουν αυτό το μαρτύριο... κανείς δεν μπορεί να τους πιστέψει, εκτός κι αν μιλούν γι’ άλλο πράγμα, για παρέα, για νοικοκυριό, όχι όμως για έρωτα, ούτε για επιθυμία. Αυτό το μαρτύριο, αυτό το ήθος καταλαμβάνει όλες τις πλευρές της ζωής. Όταν γράφω, αφήνω κάτι άλλο. Όταν αγαπώ «αλλού», παραμελώ τον έρωτα αυτού ή αυτής που με περιμένει. Όταν φεύγω, εγκαταλείπω. Όταν απομακρύνομαι, θέλω κιόλας να εγκαταλείψω. Οι ευθύνες αδρανούν. Η ευτυχία παραλύει. Δεν ακολουθεί την ελευθερία. Η δοκιμασία της ελευθερίας είναι χωρίς αμφιβολία η σκληρότερη απ' όλες, αλλά αφορά μια άλλη τρομερή ευτυχία. Όταν μιλούμε για μοναχικούς ανθρώπους, το ίδιο συμβαίνει κι εκεί, τους βρίσκουμε και στα ζευγάρια αυτά που λένε ότι είναι ευτυχισμένα, σταθερά. Υπάρχουν παιδιά. Δουλειά. Κάνουν έρωτα Σάββατο απόγευμα. Δεν έχουν πια πόθο ο ένας για τον άλλον, παρά μια βαθιά συμπάθεια. Ονειρεύονται κάθε νύχτα έναν καινούργιο έρωτα. Καινούρια επιθυμία. Δεν λένε τίποτα για όνειρα. Το όνειρο αποβαίνει αξιόποινη προδοσία. Η προδοσία είναι εκείνη που μένει η πιο αληθινή πλευρά του έρωτα. Αυτή που επιτρέπει την αναμονή..."
Κάποτε οι άνθρωποι μετανάστευαν κι ωστόσο λαχταρούσαν να επικοινωνούν. Σήμερα οι άνθρωποι απλώς αποξενώνονται.
Γράψε μου λοιπόν. Γράφτε σε όλους όσους σκέφτεστε και αγαπάτε. Γράψτε σεντόνια μηνυμάτων, Άννα Γράψε μου, Obzenia Γράψε μου. Γιατί στον εαυτό μου χρωστάω μια απέραντη σιωπή.
"Διάβασα μεγάλο μέρος των παλαιότερων αναρτήσεων. Επιβεβαιώθηκαν η ομορφιά και η οξυδέρκεια που προιωνίζονταν οι πρώτες, αποσπασματικές μου αναγνώσεις αυτού του μπλογκ.
Επέλεξα ν' αφήσω σχόλιο σε τούτο το ποστ, εις πείσμα τού "nocomment", αλλά κι επειδή θέτεις ευθέως ένα ερώτημα. Βέβαια, δεν είμαι Λακανική, ούτε έχω διαβάσει κάτι σχετικό (πάει το εναλλακτικό), ούτε και μπορώ να δώσω κάποια εξήγηση (πάει και το εναλλακτικότερο). Απλές υποθέσεις κάνω.
Υποθέτω λοιπόν ότι δεν γίνεται να δώσεις κάτι που δεν έχεις. Συνεπώς, και παίρνοντας κατά λέξη τη διατύπωση, βλέπω όντως μια πασίδηλη αντίφαση, που ωστόσο υπονοεί παιγνιωδώς μια πασίγνωστη "φάση" του ανθρώπου, την ερωτική του φάση, εντός της οποίας ενεργοποιείται όλο του το είναι, και μοιάζει να έχει (και έχει!) τα υλικά κάθε του προγενέστερης στέρεσης, και μοιάζει να είναι (και είναι!) ο εαυτός που ποτέ δεν είχε φανταστεί ότι θα γίνει. Εν ολίγοις, "διαβάζω" τη φράση ελαφρώς συμπληρωμένη, δηλαδή κάπως έτσι: "Έρωτας είναι να δίνεις αυτό που δεν -φαντάστηκες ότι θα- έχεις.
Φοβάμαι ότι κάνω κατάχρηση του χώρου σου, ωστόσο θέλω πολύ να προσθέσω κάτι.
Ο έρωτας δεν έχει να κάνει με την αγαθοεργία. Έχω την εντύπωση ότι πρόκειται για το πλέον επιθετικό και πανούργο αίσθημα. Στον έρωτα "δίνεις" γιατί απλούστατα δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς. Γι' αυτό και καταλήγεις να μισείς αυτόν που θ' αρνηθεί την "προσφορά" σου:) Τον φτωχό που θ' αρνηθεί το χρηματικό σου βοήθημα, θα τον θαυμάσεις. Τον άνθρωπο που θ' αρνηθεί την ερωτική σου προσφορά, θα τον καταραστείς!
Αλλά ακόμα κι αν πάρουμε το ευτυχές σενάριο της αμοιβαιότητας, σκέφτομαι μήπως τελικά έρωτας δεν είναι τίποτ' άλλο πέρα από τον κόπο που είσαι διατεθειμένος να καταβάλεις γι' αυτόν. Και για να επανέλθω στη φράση που συζητάμε, ίσως έρωτας να είναι το να ΜΗΝ δίνεις κάποιες φορές αυτό που έχεις, όχι βεβαίως από τσιγκουνιά αλλά από οικονομία, για να μην πνίξεις τον Άλλον. Πώς να το πω; Είναι φορές που χρειάζεται να προμηθευόμαστε το οξυγόνο μιας σχέσης κρατώντας την ανάσα μας. Αντιφατικό κι αυτό, ε; Δεν ξέρω. Η ευφάνταστη αναστροφή κάθε αυτονόητου, αυτό είναι ο έρωτας:)
Χίλια ευχαριστώ για τη φιλοξενία και συγγνώμη αν την καταχράστηκα!
Άννα"
Άννα, σε καμμία περίπτωση δεν καταχράζεσαι τον χώρο μου, ίσα ίσα που τον ομορφαίνεις και τον εμπλουτίζεις με την ευ-τυχή παρέμβασή σου.
Συμπτωματικά εντελώς πριν απο μέρες έπεσα πάνω σε αυτό το κείμενο, της Μαρίας Μήτσορα, το οποίο και μου έλυσε τον Λακανικό γρίφο:
"Στον Έρωτα δίνουμε και παίρνουμε αυτό που Δεν έχουμε. "Ledondecequ’onn’apas" μου έγραφε, μια δεκαετία αργότερα, τη φράση του Lacan ο Χρήστος. Έτσι είναι, στον έρωτα χαρίζουμε αυτό που μας λείπει, ελπίζοντας πως το ίδιο θα κάνει κι ο άλλος. Πως; Θα μας χαρίσει αυτό που η έλλειψή του είναι τόσο βασανιστική. Κι αν δεν το κάνει, Υποθέτουμε οτι δεν μας ερωτεύτηκε αρκετά. Ένα πλεονασμα έλλειψης μαγικά κλειδώνει, σε κάτι σαν - δυο ελλείψεις σε μία κατάφαση, μια κατάσταση, όπου, της φαντασίας υπερέχουσας, πλανάται η μοναδική ευκαιρία για πληρότητα. Στον ‘Ερωτα, όταν δεν είναι αγιος, τίποτε δεν μας ενώνει, αντίθετα μας χωρίζει, αλλά και μας κρατά καθηλωμένους, το μέγεθος της έλξης".
Κι επειδή πιστεύω πολύ στον "Μοιραίο Χαρακτήρα" των πραγμάτων, θέλησα να κάνω άλλη μια ανάρτηση με το ίδιο όνομα, αφού κι εσύ συμπτωματικά θέλησες να σχολιάσεις τούτο το αναπάντητο ερώτημα. Ωστόσο, θα πρέπει ίσως να ξεκινήσουμε με έναν ταπεινό συμβιβασμό: κανένα ερώτημα δεν απαντιέται πλήρως ποτέ, όσο υπάρχουν οι άνθρωποι. Και τα ερωτηματικά τους συνεχίζουν να διαιωνίζονται, με κάθε απάντηση, ακόμα κι όταν αυτή είναι εύστοχη, ή θα μπορούσαμε να πούμε πως με κάθε ουσιαστική απάντηση, υπάρχει ένα κενό που δημιουργείται και μας αφήνει μετέωρους.Έτσι λοιπόν αισθάνομαι. Το μυστήριο του έρωτα έχει την ιδιότητα να μας διαφεύγει διαρκώς, είναι το ατέρμονο παιχνίδι της ζωής, μια Λερναία Ύδρα που τα κεφάλια της διαρκώς πολλαπλασιάζονται. Μπορούμε να ζήσουμε με το μυστήριο; Αυτό είναι ένα προσωπικό στοίχημα για τον καθένα απο εμάς. Αδυνατώ να πιστέψω πως θα πάρω ποτέ ξεκάθαρες απαντήσεις σε τέτοια ερωτήματα. Ίσως η φύση τους είναι τέτοια που δεν επιδέχεται απαντήσεις, ή όπως θα έλεγε κανείς, αν μπορεί κανείς να τα χαρακτηρίσει ως "προβληματική", τότε τα ίδια αυτά προβλήματα εμπεριέχουν και την λύση τους.
Λες οτί ο έρωτας είναι "επιθετικό και πανούργο συναίσθημα". Ομολογώ οτί η αντίφαση σε όλα αυτά είναι πως όντως, ο έρωτας φοράει το ένδυμα της αγαθοεργίας με την εσώτερη πρόθεση της απληστίας. Ακόμα και στο ευτυχές σενάριο της αμοιβαιότητας, εξακολουθούμε να επιθυμούμε αυτό που δεν έχουμε. Θα ήθελα να πιστεύω πως ο άνθρωπος, κουβαλώντας τη τραγική κληρονομιά της νόησης, αντιλαμβάνεται την αντιφατικότητα του έρωτα, ως απότοκο της περίπλοκης φύσης του. Αλλά αυτό συμβαίνει με τους ανθρώπους που μαθαίνουν να ζουν με την Σκιά τους, όπως ίσως θα έλεγε κι ο Γιουνγκ. Πολύ φοβάμαι όμως πως αυτό συνήθως δεν συμβαίνει. Και ναι, γινόμαστε αυτό που θα θέλαμε ο άλλος να είναι για μας, σε μια ύστατη προσπάθεια να του μεταδώσουμε ασυνείδητα την ανικανοποίητη ανάγκη μας, να του μεταλαμπαδεύσουμε το προσωπικό μας ερωτικό κώδικα. Κάποια στιγμή όμως το πηγάδι στερεύει. Όποιος ισχυρίστηκε οτί μπορεί να αγαπά ανευ ερείσματος, εκμαιεύοντας έσωθεν δυνάμεις, τότε απλώς λεει ψέματα. Πίσω απο τον έρωτα κρύβεται η Φύση, η οποία αναζητά εμμονικά τις δικές της ισορροπίες, οι οποίες είναι πέρα και πάνω από οποιεσδήποτε εξιδανικεύσεις. Έτσι λοιπόν καλό θα είναι να αποδεχόμαστε την φύση του έρωτα, ωςγνήσιο τέκνο της Πενίας και του Πόρου.Αυτό για να ξεκινήσει η Σχέση. Δυστυχώς τις περισσότερες φορές οι "έρωτες" καθηλώνονται στο πρώτο τους στάδιο, του ποιος δηλαδή θα καταθέσει τι, από τα κομμάτια του και αρχίζουν οι ευτελείς λογαριασμοί, οι παρεξηγήσεις, οι παρερμηνείες και η φθορά. Κι ότι προηγουμένως φάνταζε ονειρικό, αυτόματα βουτάει στη λάσπη της ασυνεννοησίας, της παρεξήγήσης, έτσι όπως συνηθίσαμε να αποκαλούμε την προσωπική μας, καθώς και του άλλου, αδυναμία. Και μπορεί να μείνει εκεί για χρόνια. Προσωπικά για μένα, έρωτας είναι η απουσία συμβιβασμού σχετικά με τους περιορισμούς ανάμεσα σε δύο κατά τα άλλα, αυτόφωτες υπάρξεις. Περιορισμούς που δεν αφορούν μόνο στα μέτρα που ο καθένας εκ των δύο ορίζει τον εαυτό του αλλά κυρίως τους περιορισμούς που αφορούν στα εμπόδια που καθένας απο εμάς, συνειδητά ή υποσυνείδητα βάζει στον Άλλον. Έρωτας είναι μια ατέρμονη διαπραγμάτευση ανάμεσα σε δύο μοναξιές και σε παραπέμπω στο ομώνυμο προηγούμενο ποστ μου, διαπραγμάτευση που ενώ συνεχίζεται, καταφέρνει να παραμένει ζωηφόρος για τον ίδιο τον εαυτό της και τολμά να μην αυτοακυρώνεται.
Αυτά για την ώρα. Θα κλείσω ίσως απότομα, με την πολυσήμαντη φράση της πολυαγαπημένης Μαρκερίτ Ντυράς, που έλεγε πως "όσο περισσότερο γράφω, τόσο λιγότερο υπάρχω". Ξεκίνησε απότομα και το φθινόπωρο και ομολογώ οτί δεν το περίμενα.
Το καλοκαίρι τελειώνει. Κι ωστόσο δεν φαίνεται να αλλάζει κάτι. Ίσως μόνον οι θόρυβοι του νησιού άλλαξαν. Αμυδρά καταλαβαίνεις οτί οι θόρυβοι αλλάζουν. Αφουγκράζεσαι λοιπόν. Με καλούν για τσίπουρα και αρνούμαι να ακολουθήσω τα ίχνη του παλιού λιμανιού. Απο τώρα ήδη νοιώθω τη μοναξιά που περιβάλλει ο χειμώνας. Τι αστείο θέε μου. Θέλω να πάω γιατί ξέρω οτί θα την αναζητώ την ξεγνοιασιά. Έχω ένα σοβαρό ελάττωμα, αρκεί καμμιά φορά να σκεφτώ κάτι κι είναι σα να έχει κιόλας γίνει. Το άπλωσα το μαγιώ; Μα θυμάμαι πως το άπλωσα. Αλλά δεν το άπλωσα. Σκέφτηκα πως θα το άπλωνα. Αρκούσε. Θέλω να πάω στο παλιό λιμάνι; Δεν χρειάζεται. Μου αρκεί που υπάρχει εκεί. Όλα τα πράγματα μέσα μας κατοικούν. Εντός μας. Κι όταν πάμε και τα βρίσκουμε, είναι για να το επιβεβαιώσουμε. Γιορτή λοιπόν κάθε που σε συναντώ, ακριβώς για αυτόν τον λόγο, για την επιβεβαίωση πως υπάρχεις πρώτα μέσα μου και ύστερα έξω απο εμένα.
Είναι ωραίο το καλοκαίρι ακόμη και απο απόσταση. Εξάλλου δεν τιτλοφορήθηκε τυχαία σε βιβλίο η φράση "Η ζωή είναι αλλού".Ίχνος είναι και το τραγούδι που φτάνει απο το μπαράκι της γωνιάς του δρόμου. Τι θα θυμάμαι περισσότερο απο το νησί; Τα νερά-κρύσταλλα, χυμένα απο απρόσεκτα θεικά χέρια; Μα όχι. Κείνη την ημέρα όλα τα φύκια του κόσμου ξεβράστηκαν στην ωραιότερη παραλία του κόσμου, μπροστά στα πόδια μου. Περιμενα με ανυπομονησία να παω στην αγαπημένη μου παραλία και νατην, θαλασσοδαρμένη. Υπήρχε περίπτωση να μη σκαρώσει το καλοκαίρι μια τόση δα σκανταλίτσα; Ευπρόσδεκτες οι σκανταλιές το καλοκαίρι, εξάλλου το καλοκαίρι είναι η παιδική ηλικία του χρόνου που έρχεται. Γονιμοποιείται βαθιά και μυστικά μέσα στον χειμώνα και γεννιέται και οργιάζει με τον ήλιο. Φοβάμαι το τριζάτο χιόνι του χειμώνα. Προμηνύει θάνατο. Το είδα και στον ύπνο μου. Πως πατούσα τριζάτο χιόνι. Ο ήχος του ποδιού μου που χωνόταν στο σκληρό χιόνι, με τρόμαξε, όμοια με εφιάλτης. Φοβάμαι τη μοναξιά που ο χειμώνας αγκαλιάζει. Τι θυμάμαι απο αυτό το καλοκαίρι; Τον εκτυφλωτικό ήλιο ενός αθόρυβου μεσημεριού απο το μικρό παράθυρο στο μπάνιο. Αναπάντεχα με βρίσκει. Τα τσαμπιά σταφύλια που ηδυπαθώς κρέμονται απο τα κοτσάνια τους. Θέλω να κρατηθώ απο αυτό το καλοκαίρι, να μη φύγει. Μα φεύγει ήδη. Το βλέπω να φεύγει. Θέλω να του φωνάξω. Παιδικές επιθυμίες στο ανεκπλήρωτο του χρόνου ασπαίρουν μέσα μου. Δύσκολοι οι αποχαιρετισμοί το καλοκαίρι. Ώρα τέσσερις και τέταρτο και το καλοκαίρι το σκάει απο την πίσω πόρτα του μεσημεριού αφήνοντας με ξαπλωμένη να το ακούω ενώ ήδη απομακρύνεται.
Είχα μια σκέψη, πως το τι άνθρωπος είμαι, καθoρίστηκε ουσιωδώς από το οτί κάθε φορά αναλογιζόμουν το τι άνθρωπος ήθελα να είμαι,από όλα αυτα που εν δυνάμει υπάρχουν μέσα μου. Έτσι λοιπόν αυτοπροσδιοριστηκα απο αυτό το ένα και μοναδικό ερώτημα. Υπάρχουν χίλιοι τρόποι για τον ίδιο σκοπό, στο μέτρο της φαντασία που διαθέτει κανείς.
"Στις όμορφες γαλήνιες όψεις του κόσμου έχει κανείς την εντύπωση οτί η ίδια η ακινησία τους είναι αποτέλεσμα μιας τραγικής έντασης και πρέπει να καταλήξει στην συντριβή τους." γράφει η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ. Κι έτσι λοιπόν , καθότι η συντριβή έχει την εντυπωσιακότερη των λάμψεων,τα πράγματα που χάνονται στις φλόγες, μαθαίνουν να επιβιώνουν στην άνυδρη νάρκη των χρόνων. Κάπως έτσι φοβάμαι, που έμαθα να μη φοβάμαι. Πiστέψτε με κάποιος, ήταν εκτός σχεδίου.
Τι είναι η Ψυχή;Ένα μεράδι σώματος κατά τον Νίτσε.
Να αληθεύει άραγε; Αν οι σκέψεις είναι υλιστικά παράγωγα, τότε θα πρέπει ανησυχώ για το καταπονημένο σώμα μου. Κάπως έτσι δικαιολογώ το οτί έχω να γράψω ποίημα απο τις 23 του Απρίλη. Για κανέναν δεν έχει σημασία. Μόνον για εμένα που περνάω τούτο το καλοκαίρι σε μια σιωπή γεμάτη εγκαρτέρηση αλλά και ανησυχία. Δεν είναι πάντα η σιωπή, ο πρόδρομος της δημιουργίας, αλλά από την άλλη δεν είναι ποτέ ο γνήσιος εκπρόσωπος του τίποτα. Ανάμεσα στη σιωπή και στο τίποτα, μεσολαβεί κάτι που δεν βρίσκει τις κατάλληλες λέξεις, ένας μουγκός άλτερ έγκος μας, που κάθεται ήρεμα δίπλα μας στο παγκάκι της ενατένισης και που δεν μας μιλάει ποτέ. Μας κοιτάζει όμως και περιμένει κάτι απο εμάς. Κάποτε κάποτε χρειάζεται να ξεκινήσουμε αυτό τον διάλογο εμείς, να μιλήσουμε περί ανέμων στο κενό που μας χωρίζει, να κρύψουμε στα πανιά μιας ανοιχτής, θαλασσινής προσμονής το άρρητο. Είμαστε οι επιθυμίες που δεν βρίσκουν τις λέξεις να ειπωθούν, περισσότερο από οτιδήποτε. Είμαστε το ανεπανάληπτο κονβόυ σκέψεων και ιδεών που συστοιχίζονται με κοινό σημείο το ακατάληπτο της ύπαρξης. Είμαστε η "απροσμέτρητη ματαιότητα της αλήθειας". Ως εκ τούτου:Αντιπαθώ τα ταξίδια επειδή θα πρέπει να σηκώνω βαλίτσες και να παρακολουθώ εικόνες που εννέα στις δέκα αποτελούν επανάληψη του ίδιου πράγματος. Κουράζομαι και ως εκ τούτου, μεμψιμοιρώ, μικραίνει η ψυχή μου, συστέλλεται εντός μου και μου κρύβεται. Στο μόνο που έμαθα στο τελευταίο μου ταξίδι είναι πως όταν οι μάταιες αλήθειες τούτου του κρυπτικού σύμπαντος σου γνέφουν απο μακριά, μπορεί να είναι αιματηρές, όπως λέει ο Δημήτρης Δημητριάδης, αλλά επώδυνες δεν είναι ποτέ. Πες την οποιαδήποτε αλήθεια λοιπόν στον οποιοδήποτε, αρκεί να μην είναi μισή, να μην είναι καμουφλαρισμένη, φιασιδωμένη. Αρκεί να έχει βρει τις λέξεις που την αντιπροσωπεύουν επάξια στο μακρύ ταξίδι της προς την ανακάλυψη. Αν νομίζεις πως δεν τις έχεις βρει, τότε σιώπησε. Νιώσε τον δισταγμό διπλό τη φορά αυτή. Μια για το αβέβαιο και μια για το μάταιο.Αν κάποτε κάποιος είπε μια αλήθεια ολόκληρη, αυτό ήταν μουσική.
Tο παρόν θέμα φιλοτέχνησε με τα μαγικά της δάχτυλα, η Obszenia, που στα όνειρά της επικαλείται τη βοήθειά μου, για να σώσουμε τον κόσμο. Δεν απορώ που οι άνθρωποι προστρέχουν περισσότερο σε αυτούς που επικυρώνουν το αβέβαιο.
"Επιστήμονες του συρμού μας λένε οτί το πάθος μας για την αλήθεια είναι όντως μια πάθηση. Σύμφωνα με τα όσα αντιλαμβάνομαι, ή εν λόγω θεωρία σχετίζεται με το γεγονός οτί χρησιμοποιούμε κυρίως το αριστερό ημισφαίριο του εγκεφάλου μας, με τα κέντρα του λόγου, το ελληνικό κομμάτι, το φιλόδοξο, το δεσποτικό, το κυρίαρχο μισό. Στο παραμελημένο δεξιό τμήμα εδρεύει ή αγάπη, ή διαίσθηση, ο οίκτος, οι πιο παλιοί οργανικοί τρόποι που μας επιτρέπουν να αποκτούμε εμπειρία του κόσμου και όχι να τον γραπώνουμε άπ' το λαιμό. Μας προτρέπουν να εγκαταλείψουμε την περήφανη εικόνα του Homo Sapiens -του ανθρώπου της γνώσης, του κυνηγού της γνώσης- και να προσεγγίσουμε τη χαριτωμένη εικόνα του Homo Ludens, που σημαίνει, απλούστατα, άνθρωπος παιχνιδιάρης, άνθρωπος χαλαρός και διαισθητικός, ύπαρξη Βουκολική. Αυτά πού μετρούν περισσότερο, μας διαβεβαιώνουν, αν δεν θέλουμε να καταλήξουμε κυριολεκτικά σε κοινωνική αυτοκτονία, δεν είναι ή έρευνα για το χιμαιρικό, το ενδεχομένως καταστροφικό συμβάν, αλλά ή αναζήτηση του εαυτού, της ταυτότητας, της κοινότητας. Ίσως —και αυτό μας το λένε άνθρωποι εξαιρετικά ακέραιοι- ίσως υπάρχουν ήπιες μορφές ενέργειας, ή ανακύκλωση και ή διατήρηση, μια απόπειρα για την άρση της ζημιάς πού επήλθε από τη σπατάλη, από την αυτοκτονική βαρβαρότητα της βιομηχανικής επανάστασης στην οποία αναφερθήκαμε μιλώντας για τον Λεβι-Στρώς.
Κι αν υφίσταται ή αποκαλούμενη εναλλακτική τεχνολογία, γιατί να μην υφίσταται εναλλακτική λογική, εναλλακτικός τρόπος σκέψης και συναισθήματος; Προτού γίνει κυνηγός και φονιάς, ό άνθρωπος συνέλεγε καρπούς στις παρυφές του Κήπου της Εδέμ. Σ' αυτό θα αποτολμούσα να δώσω τις ακόλουθες απαντήσεις. Δεν πιστεύω οτί θα λειτουργήσει. Στο πιο ωμό, στο πιο εμπειρικό επίπεδο (έκτος από περιπτώσεις μαζικής στρατιωτικής ή πολεμικής καταστροφής), δεν άπαντα στην ιστορία κανένα παράδειγμα πολύπλοκου οικονομικού και τεχνολογικού συστήματος πού να πισωγυρίζει σε πιο απλό, πιο πρωτόγονο στάδιο ύπαρξης. Συμφωνώ οτί ατομικά μπορεί να συμβεί. Όλοι μας, πιστεύω, γνωρίζουμε κάποιον παλιό συνάδελφο από το πανεπιστήμιο ή φοιτητή πού έχει αναπτύξει τη δική του βιολογική καλλιέργεια, πού ζει σε μια καλύβα στο δάσος, πού προσπαθεί να εκπαιδεύσει τα παιδιά του μακριά από το σχολικό σύστημα. Σε ατομικό επίπεδο, ενδέχεται να λειτουργεί. Κοινωνικά, κατά τη γνώμη μου, είναι ουτοπία.
Κατά δεύτερο λόγο, κι αυτό είναι πιο σημαντικό, αντιβαίνει στην ιστορία του εγκεφαλικού φλοιού μας, του εγκεφάλου όπως τον έχουμε χρησιμοποιήσει εμείς οι Δυτικοί. Στον εγκέφαλο μας, ή αναζήτηση της αλήθειας είναι, φρονώ, μοιραία χαραγμένη - και ξέρω πώς, όταν χρησιμοποιώ τη λέξη χαραγμένη, δανείζομαι μια προβληματική μεταφορά. Χαραγμένη, νομίζω, μέσω της διατροφής, του κλίματος, των οικονομικών παραμέτρων, πού για πρώτη φορά πυροδότησαν τις εγγενείς ικανότητες εκείνων των θαυμαστών και επικίνδυνων ανθρώπων, των αρχαίων Ελλήνων, και προκάλεσαν μια μεγάλη και διαρκή έκρηξη του πνεύματος.
Αν δεν έχω πέσει εντελώς έξω, θα συνεχίσουμε να υποβάλλουμε διαρκώς ερωτήσεις. Ό Γερμανός φιλόσοφος Heidegger το διατυπώνει θαυμάσια. Οι ερωτήσεις είναι ή ευλάβεια, ή προσευχή της ανθρώπινης σκέψης, λέει. Εγώ προσπαθώ να το θέσω λίγο πιο ωμά. Εμείς, οι Δυτικοί, είμαστε ένα ζώο φτιαγμένο για να ρωτάει και να προσπαθεί να βρίσκει απαντήσεις ανεξαρτήτως του κόστους. Δεν θα θεσμοθετήσουμε την ανθρώπινη αθωότητα. Ενδέχεται να δοκιμάσουμε, τοπικά, εδώ κι εκεί. Ενδέχεται να επιχειρήσουμε να διαχειριστούμε το περιβάλλον με περισσότερη προσοχή. Ενδέχεται να επιχειρήσουμε να περιορίσουμε ως ένα σημείο τη βάναυση σπατάλη, την άσκοπη βαρβαρότητα και σκληρότητα απέναντι στα ζώα, απέναντι στα λιγότερο προνομιούχα ανθρώπινα πλάσματα, πράγματα πού χαρακτήριζαν ακόμα και τη λαμπρή περίοδο της Αναγέννησης και του Διαφωτισμού. Αυτό, αναμφίβολα, πρέπει να γίνει.
Όμως, στην ουσία, είμαστε αρκετά σκληρά σαρκοβόρα, γεννημένα για να προχωράμε μπροστά και να ξεπερνάμε τα εμπόδια. Για την ακρίβεια, τα εμπόδια μας μαγνητίζουν. Υπάρχει βαθιά μέσα μας κάτι πού προτιμά τη δυσκολία, πού επιζητεί την μπερδεμένη ερώτηση. Σε ένα ανώτερο επίπεδο, αυτό συμβαίνει επειδή οι πιο προικισμένοι, οι πιο δραστήριοι ανάμεσα μας γνωρίζουν από καιρό -χωρίς ίσως να το εκφράζουν- ότι ή αλήθεια είναι πιο σύνθετη από τις ανάγκες του ανθρώπου, οτί, στην πραγματικότητα, ενδέχεται να είναι εντελώς ξένη, ίσως και αντίθετη, με τις ανάγκες του. Θα προσπαθήσω να εξηγήσω τι εννοώ. Ή άποψη πώς ή αλήθεια είναι κατά κάποιον τρόπο φιλική προς τον άνθρωπο, πώς ή κάθε ανακάλυψη θα είναι, εντέλει, προς όφελος του είδους, συνιστούσε μια βαθιά αισιόδοξη πτυχή της αρχαίας ελληνικής σκέψης και, φυσικά, του ευρωπαϊκού ορθολογισμού. Ίσως χρειάζεται πολύς καιρός μέχρι να φανούν τα οφέλη. Μεγάλο μέρος της έρευνας δεν έχει βέβαια καμιά σχέση με άμεσα οικονομικά και κοινωνικά οφέλη. Άν όμως περιμένεις αρκετά, αν στύψεις το μυαλό σου, αν ή αναζήτηση σου είναι αμερόληπτη, τότε ανάμεσα σε σένα και την αλήθεια πού ανακάλυψες θα υπάρξει βαθιά αρμονία. Αναρωτιέμαι αν αυτό ισχύει ή αν ήταν ή μεγαλύτερη ρομαντική ψευδαίσθηση μας. Φαντάζομαι την αλήθεια να καιροφυλακτεί στη γωνία μέχρι να πλησιάσει ό άνθρωπος - έτοιμη να τον χτυπήσει κατακέφαλα. Στα τρία προηγούμενα παραδείγματα -υπάρχουν δε και πολλά άλλα- μας δόθηκε ίσως μια μάλλον τρομακτική εικόνα ενός σύμπαντος πού δεν προορίζεται να μας προσφέρει ανακούφιση ούτε να εξασφαλίζει την επιβίωση μας, για να μη μιλήσω για την οικονομική και κοινωνική μας πρόοδο στη μικροσκοπική Γη.
Οι υπέρμαχοι της οικολογίας μας λένε σήμερα οτί είμαστε φιλοξενούμενοι σε τούτη τη Γη. Δεν χωρά αμφιβολία. Και είμαστε, ασφαλώς, φιλοξενούμενοι σε ένα ιδιαιτέρως εκτεταμένο και ακατανόητα ισχυρό σύμπαν, του οποίου τα στοιχεία, οιί σχέσεις, δεν ήταν κομμένα και ραμμένα στα μέτρα μας ούτε ανάλογα με τις ανάγκες μας. Εντούτοις, ή εξέχουσα αξιοπρέπεια του είδους μας ταυτίζεται με την ανιδιοτελή αναζήτηση της αλήθειας. Και δεν υπάρχει μεγαλύτερη αφιλοκέρδεια από εκείνη πού θέτει σε κίνδυνο και ίσως θυσιάζει την ανθρώπινη επιβίωση. Κατά τη γνώμη μου, η αλήθεια έχει μέλλον. Κατά πόσον έχει και ο άνθρωπος, αυτό δεν είναι τόσο σαφές. Όμως δεν γίνεται να μην έχω άποψη για το ποιο από τα δύο είναι το σημαντικότερο.''
Τα πνευματικά δικαιώματα ανήκουν στον George Steiner, απο το βιβλίο του Η Νοσταλγία του Απόλυτου.