Παρασκευή, Αυγούστου 29, 2008

Αυτοαναφορικά, καλοκαιρινά ίχνη


Το καλοκαίρι τελειώνει. Κι ωστόσο δεν φαίνεται να αλλάζει κάτι. Ίσως μόνον οι θόρυβοι του νησιού άλλαξαν. Αμυδρά καταλαβαίνεις οτί οι θόρυβοι αλλάζουν. Αφουγκράζεσαι λοιπόν. Με καλούν για τσίπουρα και αρνούμαι να ακολουθήσω τα ίχνη του παλιού λιμανιού. Απο τώρα ήδη νοιώθω τη μοναξιά που περιβάλλει ο χειμώνας. Τι αστείο θέε μου. Θέλω να πάω γιατί ξέρω οτί θα την αναζητώ την ξεγνοιασιά. Έχω ένα σοβαρό ελάττωμα, αρκεί καμμιά φορά να σκεφτώ κάτι κι είναι σα να έχει κιόλας γίνει. Το άπλωσα το μαγιώ; Μα θυμάμαι πως το άπλωσα. Αλλά δεν το άπλωσα. Σκέφτηκα πως θα το άπλωνα. Αρκούσε. Θέλω να πάω στο παλιό λιμάνι; Δεν χρειάζεται. Μου αρκεί που υπάρχει εκεί. Όλα τα πράγματα μέσα μας κατοικούν. Εντός μας. Κι όταν πάμε και τα βρίσκουμε, είναι για να το επιβεβαιώσουμε. Γιορτή λοιπόν κάθε που σε συναντώ, ακριβώς για αυτόν τον λόγο, για την επιβεβαίωση πως υπάρχεις πρώτα μέσα μου και ύστερα έξω απο εμένα.

Είναι ωραίο το καλοκαίρι ακόμη και απο απόσταση. Εξάλλου δεν τιτλοφορήθηκε τυχαία σε βιβλίο η φράση "Η ζωή είναι αλλού".Ίχνος είναι και το τραγούδι που φτάνει απο το μπαράκι της γωνιάς του δρόμου. Τι θα θυμάμαι περισσότερο απο το νησί; Τα νερά-κρύσταλλα, χυμένα απο απρόσεκτα θεικά χέρια; Μα όχι. Κείνη την ημέρα όλα τα φύκια του κόσμου ξεβράστηκαν στην ωραιότερη παραλία του κόσμου, μπροστά στα πόδια μου. Περιμενα με ανυπομονησία να παω στην αγαπημένη μου παραλία και νατην, θαλασσοδαρμένη. Υπήρχε περίπτωση να μη σκαρώσει το καλοκαίρι μια τόση δα σκανταλίτσα; Ευπρόσδεκτες οι σκανταλιές το καλοκαίρι,
εξάλλου το καλοκαίρι είναι η παιδική ηλικία του χρόνου που έρχεται. Γονιμοποιείται βαθιά και μυστικά μέσα στον χειμώνα και γεννιέται και οργιάζει με τον ήλιο. Φοβάμαι το τριζάτο χιόνι του χειμώνα. Προμηνύει θάνατο. Το είδα και στον ύπνο μου. Πως πατούσα τριζάτο χιόνι. Ο ήχος του ποδιού μου που χωνόταν στο σκληρό χιόνι, με τρόμαξε, όμοια με εφιάλτης. Φοβάμαι τη μοναξιά που ο χειμώνας αγκαλιάζει. Τι θυμάμαι απο αυτό το καλοκαίρι; Τον εκτυφλωτικό ήλιο ενός αθόρυβου μεσημεριού απο το μικρό παράθυρο στο μπάνιο. Αναπάντεχα με βρίσκει. Τα τσαμπιά σταφύλια που ηδυπαθώς κρέμονται απο τα κοτσάνια τους. Θέλω να κρατηθώ απο αυτό το καλοκαίρι, να μη φύγει. Μα φεύγει ήδη. Το βλέπω να φεύγει. Θέλω να του φωνάξω. Παιδικές επιθυμίες στο ανεκπλήρωτο του χρόνου ασπαίρουν μέσα μου. Δύσκολοι οι αποχαιρετισμοί το καλοκαίρι. Ώρα τέσσερις και τέταρτο και το καλοκαίρι το σκάει απο την πίσω πόρτα του μεσημεριού αφήνοντας με ξαπλωμένη να το ακούω ενώ ήδη απομακρύνεται.

Είχα μια σκέψη, πως το τι άνθρωπος είμαι, καθoρίστηκε ουσιωδώς από το οτί κάθε φορά αναλογιζόμουν το τι άνθρωπος ήθελα να είμαι,από όλα αυτα που εν δυνάμει υπάρχουν μέσα μου. Έτσι λοιπόν αυτοπροσδιοριστηκα απο αυτό το ένα και μοναδικό ερώτημα. Υπάρχουν χίλιοι τρόποι για τον ίδιο σκοπό, στο μέτρο της φαντασία που διαθέτει κανείς.

Παρασκευή, Αυγούστου 15, 2008

...Έτσι λοιπόν υπερτίθημι

"Στις όμορφες γαλήνιες όψεις του κόσμου έχει κανείς την εντύπωση οτί η ίδια η ακινησία τους είναι αποτέλεσμα μιας τραγικής έντασης και πρέπει να καταλήξει στην συντριβή τους." γράφει η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ.
Κι έτσι λοιπόν , καθότι η συντριβή έχει την εντυπωσιακότερη των λάμψεων,τα πράγματα που χάνονται στις φλόγες, μαθαίνουν να επιβιώνουν στην άνυδρη νάρκη των χρόνων. Κάπως έτσι φοβάμαι, που έμαθα να μη φοβάμαι. Πiστέψτε με κάποιος, ήταν εκτός σχεδίου.

Κυριακή, Ιουλίου 13, 2008

Κατά συνθήκη μόνον αλήθειες


Τι είναι η Ψυχή; Ένα μεράδι σώματος κατά τον Νίτσε.

Να αληθεύει άραγε; Αν οι σκέψεις είναι υλιστικά παράγωγα, τότε θα πρέπει ανησυχώ για το καταπονημένο σώμα μου. Κάπως έτσι δικαιολογώ το οτί έχω να γράψω ποίημα απο τις 23 του Απρίλη. Για κανέναν δεν έχει σημασία. Μόνον για εμένα που περνάω τούτο το καλοκαίρι σε μια σιωπή γεμάτη εγκαρτέρηση αλλά και ανησυχία. Δεν είναι πάντα η σιωπή, ο πρόδρομος της δημιουργίας, αλλά από την άλλη δεν είναι ποτέ ο γνήσιος εκπρόσωπος του τίποτα. Ανάμεσα στη σιωπή και στο τίποτα, μεσολαβεί κάτι που δεν βρίσκει τις κατάλληλες λέξεις, ένας μουγκός άλτερ έγκος μας, που κάθεται ήρεμα δίπλα μας στο παγκάκι της ενατένισης και που δεν μας μιλάει ποτέ. Μας κοιτάζει όμως και περιμένει
κάτι απο εμάς. Κάποτε κάποτε χρειάζεται να ξεκινήσουμε αυτό τον διάλογο εμείς, να μιλήσουμε περί ανέμων στο κενό που μας χωρίζει, να κρύψουμε στα πανιά μιας ανοιχτής, θαλασσινής προσμονής το άρρητο. Είμαστε οι επιθυμίες που δεν βρίσκουν τις λέξεις να ειπωθούν, περισσότερο από οτιδήποτε. Είμαστε το ανεπανάληπτο κονβόυ σκέψεων και ιδεών που συστοιχίζονται με κοινό σημείο το ακατάληπτο της ύπαρξης. Είμαστε η "απροσμέτρητη ματαιότητα της αλήθειας". Ως εκ τούτου: Αντιπαθώ τα ταξίδια επειδή θα πρέπει να σηκώνω βαλίτσες και να παρακολουθώ εικόνες που εννέα στις δέκα αποτελούν επανάληψη του ίδιου πράγματος. Κουράζομαι και ως εκ τούτου, μεμψιμοιρώ, μικραίνει η ψυχή μου, συστέλλεται εντός μου και μου κρύβεται. Στο μόνο που έμαθα στο τελευταίο μου ταξίδι είναι πως όταν οι μάταιες αλήθειες τούτου του κρυπτικού σύμπαντος σου γνέφουν απο μακριά, μπορεί να είναι αιματηρές, όπως λέει ο Δημήτρης Δημητριάδης, αλλά επώδυνες δεν είναι ποτέ. Πες την οποιαδήποτε αλήθεια λοιπόν στον οποιοδήποτε, αρκεί να μην είναi μισή, να μην είναι καμουφλαρισμένη, φιασιδωμένη. Αρκεί να έχει βρει τις λέξεις που την αντιπροσωπεύουν επάξια στο μακρύ ταξίδι της προς την ανακάλυψη. Αν νομίζεις πως δεν τις έχεις βρει, τότε σιώπησε. Νιώσε τον δισταγμό διπλό τη φορά αυτή. Μια για το αβέβαιο και μια για το μάταιο. Αν κάποτε κάποιος είπε μια αλήθεια ολόκληρη, αυτό ήταν μουσική.

Tο παρόν θέμα φιλοτέχνησε με τα μαγικά της δάχτυλα, η Obszenia, που στα όνειρά της επικαλείται τη βοήθειά μου, για να σώσουμε τον κόσμο. Δεν απορώ που οι άνθρωποι προστρέχουν περισσότερο σε αυτούς που επικυρώνουν το αβέβαιο.

Δευτέρα, Ιουλίου 07, 2008

Η έλξη του ατελέσφορου

"Επιστήμονες του συρμού μας λένε οτί το πάθος μας για την αλήθεια είναι όντως μια πάθηση. Σύμφωνα με τα όσα αντιλαμβάνομαι, ή εν λόγω θεωρία σχετίζεται με το γεγονός οτί χρησιμοποιούμε κυρίως το αριστερό ημισφαίριο του εγκεφάλου μας, με τα κέντρα του λόγου, το ελληνικό κομμάτι, το φιλόδοξο, το δεσποτικό, το κυρίαρχο μισό. Στο παραμελημένο δεξιό τμήμα εδρεύει ή αγάπη, ή διαίσθηση, ο οίκτος, οι πιο παλιοί οργανικοί τρόποι που μας επιτρέπουν να αποκτούμε εμπειρία του κόσμου και όχι να τον γραπώνουμε άπ' το λαιμό. Μας προτρέπουν να εγκαταλείψουμε την περήφανη εικόνα του Homo Sapiens -του ανθρώπου της γνώσης, του κυνηγού της γνώσης- και να προσεγγίσουμε τη χαριτωμένη εικόνα του Homo Ludens, που σημαίνει, απλούστατα, άνθρωπος παιχνιδιάρης, άνθρωπος χαλαρός και διαισθητικός, ύπαρξη Βουκολική. Αυτά πού μετρούν περισσότερο, μας διαβεβαιώνουν, αν δεν θέλουμε να καταλήξουμε κυριολεκτικά σε κοινωνική αυτοκτονία, δεν είναι ή έρευνα για το χιμαιρικό, το ενδεχομένως καταστροφικό συμβάν, αλλά ή αναζήτηση του εαυτού, της ταυτότητας, της κοινότητας. Ίσως —και αυτό μας το λένε άνθρωποι εξαιρετικά ακέραιοι- ίσως υπάρχουν ήπιες μορφές ενέργειας, ή ανακύκλωση και ή διατήρηση, μια απόπειρα για την άρση της ζημιάς πού επήλθε από τη σπατάλη, από την αυτοκτονική βαρβαρότητα της βιομηχανικής επανάστασης στην οποία αναφερθήκαμε μιλώντας για τον Λεβι-Στρώς.

Κι αν υφίσταται ή αποκαλούμενη εναλλακτική τεχνολογία, γιατί να μην υφίσταται εναλλακτική λογική, εναλλακτικός τρόπος σκέψης και συναισθήματος; Προτού γίνει κυνηγός και φονιάς, ό άνθρωπος συνέλεγε καρπούς στις παρυφές του Κήπου της Εδέμ. Σ' αυτό θα αποτολμούσα να δώσω τις ακόλουθες απαντήσεις. Δεν πιστεύω οτί θα λειτουργήσει. Στο πιο ωμό, στο πιο εμπειρικό επίπεδο (έκτος από περιπτώσεις μαζικής στρατιωτικής ή πολεμικής καταστροφής), δεν άπαντα στην ιστορία κανένα παράδειγμα πολύπλοκου οικονομικού και τεχνολογικού συστήματος πού να πισωγυρίζει σε πιο απλό, πιο πρωτόγονο στάδιο ύπαρξης. Συμφωνώ οτί ατομικά μπορεί να συμβεί. Όλοι μας, πιστεύω, γνωρίζουμε κάποιον παλιό συνάδελφο από το πανεπιστήμιο ή φοιτητή πού έχει αναπτύξει τη δική του βιολογική καλλιέργεια, πού ζει σε μια καλύβα στο δάσος, πού προσπαθεί να εκπαιδεύσει τα παιδιά του μακριά από το σχολικό σύστημα. Σε ατομικό επίπεδο, ενδέχεται να λειτουργεί. Κοινωνικά, κατά τη γνώμη μου, είναι ουτοπία.

Κατά δεύτερο λόγο, κι αυτό είναι πιο σημαντικό, αντιβαίνει στην ιστορία του εγκεφαλικού φλοιού μας, του εγκεφάλου όπως τον έχουμε χρησιμοποιήσει εμείς οι Δυτικοί. Στον εγκέφαλο μας, ή αναζήτηση της αλήθειας είναι, φρονώ, μοιραία χαραγμένη - και ξέρω πώς, όταν χρησιμοποιώ τη λέξη χαραγμένη, δανείζομαι μια προβληματική μεταφορά. Χαραγμένη, νομίζω, μέσω της διατροφής, του κλίματος, των οικονομικών παραμέτρων, πού για πρώτη φορά πυροδότησαν τις εγγενείς ικανότητες εκείνων των θαυμαστών και επικίνδυνων ανθρώπων, των αρχαίων Ελλήνων, και προκάλεσαν μια μεγάλη και διαρκή έκρηξη του πνεύματος.

Αν δεν έχω πέσει εντελώς έξω, θα συνεχίσουμε να υποβάλλουμε διαρκώς ερωτήσεις. Ό Γερμανός φιλόσοφος Heidegger το διατυπώνει θαυμάσια. Οι ερωτήσεις είναι ή ευλάβεια, ή προσευχή της ανθρώπινης σκέψης, λέει. Εγώ προσπαθώ να το θέσω λίγο πιο ωμά. Εμείς, οι Δυτικοί, είμαστε ένα ζώο φτιαγμένο για να ρωτάει και να προσπαθεί να βρίσκει απαντήσεις ανεξαρτήτως του κόστους. Δεν θα θεσμοθετήσουμε την ανθρώπινη αθωότητα. Ενδέχεται να δοκιμάσουμε, τοπικά, εδώ κι εκεί. Ενδέχεται να επιχειρήσουμε να διαχειριστούμε το περιβάλλον με περισσότερη προσοχή. Ενδέχεται να επιχειρήσουμε να περιορίσουμε ως ένα σημείο τη βάναυση σπατάλη, την άσκοπη βαρβαρότητα και σκληρότητα απέναντι στα ζώα, απέναντι στα λιγότερο προνομιούχα ανθρώπινα πλάσματα, πράγματα πού χαρακτήριζαν ακόμα και τη λαμπρή περίοδο της Αναγέννησης και του Διαφωτισμού. Αυτό, αναμφίβολα, πρέπει να γίνει.

Όμως, στην ουσία, είμαστε αρκετά σκληρά σαρκοβόρα, γεννημένα για να προχωράμε μπροστά και να ξεπερνάμε τα εμπόδια. Για την ακρίβεια, τα εμπόδια μας μαγνητίζουν. Υπάρχει βαθιά μέσα μας κάτι πού προτιμά τη δυσκολία, πού επιζητεί την μπερδεμένη ερώτηση. Σε ένα ανώτερο επίπεδο, αυτό συμβαίνει επειδή οι πιο προικισμένοι, οι πιο δραστήριοι ανάμεσα μας γνωρίζουν από καιρό -χωρίς ίσως να το εκφράζουν- ότι ή αλήθεια είναι πιο σύνθετη από τις ανάγκες του ανθρώπου, οτί, στην πραγματικότητα, ενδέχεται να είναι εντελώς ξένη, ίσως και αντίθετη, με τις ανάγκες του. Θα προσπαθήσω να εξηγήσω τι εννοώ. Ή άποψη πώς ή αλήθεια είναι κατά κάποιον τρόπο φιλική προς τον άνθρωπο, πώς ή κάθε ανακάλυψη θα είναι, εντέλει, προς όφελος του είδους, συνιστούσε μια βαθιά αισιόδοξη πτυχή της αρχαίας ελληνικής σκέψης και, φυσικά, του ευρωπαϊκού ορθολογισμού. Ίσως χρειάζεται πολύς καιρός μέχρι να φανούν τα οφέλη. Μεγάλο μέρος της έρευνας δεν έχει βέβαια καμιά σχέση με άμεσα οικονομικά και κοινωνικά οφέλη. Άν όμως περιμένεις αρκετά, αν στύψεις το μυαλό σου, αν ή αναζήτηση σου είναι αμερόληπτη, τότε ανάμεσα σε σένα και την αλήθεια πού ανακάλυψες θα υπάρξει βαθιά αρμονία. Αναρωτιέμαι αν αυτό ισχύει ή αν ήταν ή μεγαλύτερη ρομαντική ψευδαίσθηση μας. Φαντάζομαι την αλήθεια να καιροφυλακτεί στη γωνία μέχρι να πλησιάσει ό άνθρωπος - έτοιμη να τον χτυπήσει κατακέφαλα. Στα τρία προηγούμενα παραδείγματα -υπάρχουν δε και πολλά άλλα- μας δόθηκε ίσως μια μάλλον τρομακτική εικόνα ενός σύμπαντος πού δεν προορίζεται να μας προσφέρει ανακούφιση ούτε να εξασφαλίζει την επιβίωση μας, για να μη μιλήσω για την οικονομική και κοινωνική μας πρόοδο στη μικροσκοπική Γη.

Οι υπέρμαχοι της οικολογίας μας λένε σήμερα οτί είμαστε φιλοξενούμενοι σε τούτη τη Γη. Δεν χωρά αμφιβολία. Και είμαστε, ασφαλώς, φιλοξενούμενοι σε ένα ιδιαιτέρως εκτεταμένο και ακατανόητα ισχυρό σύμπαν, του οποίου τα στοιχεία, οιί σχέσεις, δεν ήταν κομμένα και ραμμένα στα μέτρα μας ούτε ανάλογα με τις ανάγκες μας. Εντούτοις, ή εξέχουσα αξιοπρέπεια του είδους μας ταυτίζεται με την ανιδιοτελή αναζήτηση της αλήθειας. Και δεν υπάρχει μεγαλύτερη αφιλοκέρδεια από εκείνη πού θέτει σε κίνδυνο και ίσως θυσιάζει την ανθρώπινη επιβίωση. Κατά τη γνώμη μου, η αλήθεια έχει μέλλον. Κατά πόσον έχει και ο άνθρωπος, αυτό δεν είναι τόσο σαφές. Όμως δεν γίνεται να μην έχω άποψη για το ποιο από τα δύο είναι το σημαντικότερο.''



Τα πνευματικά δικαιώματα ανήκουν στον George Steiner, απο το βιβλίο του Η Νοσταλγία του Απόλυτου.

Δευτέρα, Ιουνίου 30, 2008

H νοσταλγία του Απόλυτου


Θέλω να απαλλαγώ απο τα συμ-πτώματα της νοσταλγίας. Ονειρεύομαι οτί κάπου, στη κοιλάδα του θανάτου, παίζει αδιάφορα στο τζουκ μπόξ ενός άδειου καφέ, ένα παλιό μπλουζ. Για να μάθεις να μην υποφέρεις από τα συμ-πτώματα της νοσταλγίας, πρέπει να ονειρεύεσαι πως είσαι αλλού απο εκεί που είσαι και πως όλα παραμένουν αδιάφορα και ράθυμα, όπως οι επιθυμίες σου.

Πέμπτη, Ιουνίου 05, 2008

"Έρωτας είναι να δίνεις αυτό που δεν έχεις"


Αναζητείται Λακανικός που να μας εξηγήσει
τι εννοούσε το "σινάφι" με αυτή τη ρήση.
Εναλλακτικά ο οποιοσδήποτε έχει διαβάσει
κάτι σχετικό. Εναλλακτικότερα, ο οποιοσδήποτε
μπορεί να δώσει εξήγηση. Κοντοστάθηκα όταν
το διάβασα, και ένιωσα -τι όμορφο ρήμα για να
αποδώσει την συνήχηση μεταξύ ρητών και άρρητων
- οτί μέσα στην πασίδηλη αντίφασή του, πρέπει να
υπάρχει κάποιος σπόρος αλήθειας.

Τετάρτη, Μαΐου 28, 2008

Ατέρμονη διαπραγμάτευση ανάμεσα σε δύο μοναξιές

"Αυτή η αδιαφάνεια δεν μας επιτρέπει να γνωρίζουμε πέρα από κάθε αμφιβολία τι σκέφτεται οποιοσδήποτε άλλος άνθρωπος. Όπως σημείωσα, δεν έχουμε κανέναν σίγουρο τρόπο για να συλλάβουμε τη σκέψου του άλλου. Και πάλι, δίνουμε ελάχιστη προσοχή σε κάτι τόσο τερατώδες. Θα 'πρεπε να μας τρομοκρατεί. Καμιά οικειότητα, καμιά αναλυτική δεινότητα δεν μπορεί να εξασφαλίσει ή να επαληθεύσει το «διάβασμα της σκέψης. Ούτε η ύπνωση, ούτε οι ψυχιατρικές τεχνικές, ούτε οι «οροί της αλήθειας μπορούν να αποσπάσουν με επαληθεύσιμο τρόπο τις σκέψεις του άλλου. Οι πιο φλογερές εξομολογήσεις του, οι προφορικές και οι γραπτές ένορκες καταθέσεις του, οι απερίφραστες ομολογίες του δεν μπορούν να εκμαιεύσουν το παραμικρό θεμελιώδες, εξασφαλισμένο περιεχόμενο. Μπορεί να εκφράζουν ή να μην εκφράζουν την πιο άδολη πρόθεση, την πιο σκόπιμη αποκάλυψη. Μπορεί να φανερώνουν μισές αλήθειες, δηλαδή κομμάτια απέραντης ειλικρίνειας και αυτοέκθεσης. Μπορεί να κρύβουν ή να μην κρύβουν βιωμένο νόημα είτε in toto είτε εν μέρει. Οι κινήσεις απόκρυψης μπορεί να εκτείνονται από το σκόπιμα ομολογημένο απροκάλυπτο ψέμα ως ολόκληρο το φάσμα αποχρώσεων της αναλήθειας και της αυταπάτης. Οι αποχρώσεις του ψεύδους είναι ανεξάντλητες. Κανένα λέιζερ ανακριτικής προσοχής, κανένα αφτί με οσοδήποτε οξεία ακοή, καμία εξέταση κατ' αντιπαράσταση δεν μπορεί να αποσπάσει τη βεβαιότητα. Και μόνο η ερώτηση: «Τι σκέφτεσαι, τι έχεις στο μυαλό σου;» επιδιώκει απαντήσεις που είναι από μόνες τους πολυεπίπεδες, που έχουν περάσει μέσα από σύνθετα φίλτρα, όσο κι αν δεν το πρόσεξε κανείς.

Εξού και η αστάθεια στις σχέσεις έρωτα και σκέψης. Εξού και η πιθανότητα να είναι μια κάπως θαυματουργή χάρη ο έρωτας ανάμεσα σε σκεπτόμενα όντα. Κάθε άντρας και κάθε γυναίκα, κάθε ενήλικος και κάθε παιδί χρησιμοποιεί μια κατά τους γλωσσολόγους “ιδιόλεκτο», δηλαδή μια προσωπική επιλογή από τη διαθέσιμη γλώσσα με ιδιωτικά, ιδιόρρυθμα, ίσως και αμετάφραστα σημεία, συνυποδηλώσεις και αναφορές, που δεν μπορεί να τις ερμηνεύσει εξολοκλήρου ή με βεβαιότητα ο εταίρος ενός διαλόγου. Προσπαθούμε να μεταφράσουμε ο ένας τον άλλο. Συχνότατα, καταλήγουμε ελαφρώς ή εντελώς λάθος. Ακόμα κι αυτή όμως η επιμέρους ή ελαττωματική κατανόηση κάθε επικοινωνίας μένει στην επιφάνεια. Οι ιδιόλεκτοι της σκέψης, οι ιδιωματισμοί του άρρητου είναι πολύ βαθύτερης και πολύ πιο δύσχρηστης τάξης.

Ακόμα και σε στιγμές και σε πράξεις απολύτως προσωπικές -ίσως πολύ οξύτερα σε τέτοιες στιγμές- οι ερωτευμένοι δεν μπορούν να αγκαλιάσουν ο ένας τις σκέψεις του άλλου. «Τι σκέφτεσαι, τι σκέφτομαι όταν κάνουμε έρωτα;» Αυτός ο αποκλεισμός καθιστά ασήμαντο, θα μπορούσαμε να πούμε, το πολυθρύλητο σμίξιμο του οργασμού και την περί ταυτοφωνίας ρητορική του. Όπως υπογράμμιζε ο Γκαίτε, αμέτρητοι άντρες και γυναίκες σφίγγουν στην αγκαλιά της σκέψης εραστές τους οποίους θυμούνται, ποθούν ή φαντασιώνονται διαφορετικούς από τους ομόκλινούς τους. Αυτή η γνωστική παρεμβολή, αυτή η νοερή επιφύλαξη, ακούσια ή σκόπιμη, θολή ή έντονη, μπορεί να ηχήσει σαν χλευαστικός αντίλαλος κάτω από τις κραυγές και τους ψιθύρους της έκστασης. Δεν θα μάθουμε ποτέ ποια βαθύτερη απροσεξία, απουσία, απώθηση ή υποκατάστατη εικόνα αποδομεί το προφανές κείμενο του ερωτικού. Οι πιο κοντινοί, οι πιο ειλικρινείς άνθρωποι παραμένουν ξένοι, λιγότερο ή περισσότερο μεροληπτικοί, λιγότερο ή περισσότερο άδηλοι ο ένας για τον άλλο. Η πράξη του έρωτα είναι και πράξη ηθοποιού. Η αμφισημία είναι σύμφυτη με τη λέξη.

Η σκέψη είναι περισσότερο ευανάγνωστη, λιγότερο συγκαλυμμένη, προπάντων στις εκρήξεις αχαλίνωτης, συμπυκνωμένης ενέργειας. Όπως στον φόβο και στο μίσος. Αυτές οι δυναμικές, ιδιαίτερα τη στιγμή που εκδηλώνονται, δύσκολα νοθεύονται, αν και οι βιρτουόζοι της διπροσωπίας και του αυτοελέγχου μπορεί να πετύχουν μια σχετικά μεγάλη συγκάλυψη.

Τα ζώα με τα οποία ερχόμαστε σε επαφή μας δείχνουν πως οι φόβοι μας αναδίδουν μια ευδιάκριτη οσμή. Ίσως και το μίσος να έχει μυρωδιά. Επιστρατεύοντας όλα τα επίπεδα εγκεφαλικής και ενστικτώδους πίεσης, το μίσος μπορεί να είναι το πιο ζωηρό, το πιο φορτισμένο με νοητικές χειρονομίες. Είναι πιο δυνατό, με μεγαλύτερη συνοχή από την αγάπη (όπως διαισθανόταν ο Μπλέικ). Συχνότατα, βρίσκεται πλησιέστερα στην αλήθεια από οποιαδήποτε άλλη ανακάλυψη του εαυτού. Η άλλη τάξη εμπειρίας της σκέψης όπου σχίζεται ο πέπλος είναι το αυθόρμητο γέλιο. Τη στιγμή που "πιάνουμε" το αστείο ή τυχαίνει να πέσουμε πάνω στο κωμικό θέαμα, η νοοτροπία μας εκτίθεται ολόγυμνη. Προς στιγμήν, δεν υπάρχουν «ωριμότερες σκέψεις». Αυτό όμως το άνοιγμα στον κόσμο και στους άλλους διαρκεί ελάχιστα και έχει τη δυναμική του αθέλητου. Απ' αυτή την άποψη, τα χαμόγελα είναι σχεδόν το αντίθετο του γέλιου. Τον Σαίξπηρ τον ανησυχούσε πάρα πολύ το χαμόγελο των καθαρμάτων.

Εν ολίγοις, το σκάνδαλο παραμένει. Κανένας τελικός φωτισμός, καμία ενσυναίσθηση του έρωτα δεν αποκαλύπτει τον λαβύρινθο της εσωτερικότητας του άλλου. (Άραγε αποτελούν όντως εξαίρεση οι αληθινοί δίδυμοι, με την ιδιωτική τους γλώσσα; ) Εντέλει, η σκέψη μπορεί να μας κάνει ξένους μεταξύ μας. Ακόμα και η πιο έντονη αγάπη, ίσως πιο αδύνατη από το μίσος, είναι ατέρμονη διαπραγμάτευση ανάμεσα σε δυο μοναξιές."

George Steiner, Δέκα (πιαθανοί) λόγοι για την μελαγχολία της σκέψης