Πέμπτη, Δεκεμβρίου 13, 2007

Άσκοπες σκέψεις περί γραφής

Τι ακριβώς κάνει κάποιος με ένα προσωπικό ημερολόγιο αφού δεν έχει νόημα να συνοψίζεις τους ανθρώπους;

Τι ακριβώς κάνω εγώ εδώ τώρα; Προσπαθώ να συναρμόσω την ανομοιογένεια μου ίσως. Ωστόσο δεν αντέχω την κατήφεια που επιβάλλεται στα περισσότερα αντιφατικά, προσωπικά δεδομένα που ενόσω γράφονται προσπαθούν να επιβληθούν. Γεύομαι κάθε φορά αυτή την αντινομία, βουτάω το δάχτυλο στη γλύκα του μη νοήματος και το γλύφω περιπαίζοντας τον ίδιο μου τον εαυτό. Κάθε τι που γράφεται, την ίδια στιγμή έλκεται ταυτόχρονα από όλα αυτά που έμειναν ανείπωτα. Κι όμως εξακολουθεί και έλκει αυτή η διαδικασία η οποία λαμβάνει χώρα στον κόσμο των ιδεών, του οποίου οι συνθήκες είναι από την φύση τους περιοριστικές, αφού από τα γραφόμενα απουσιάζει η γλώσσα της αίσθησης, που είναι η μητρική γλώσσα της ανθρώπινης συνθήκης. Μοιάζει καμμιά φορά ένα ισχυρό ένστικτο επιβίωσης να αντιστρατεύεται την ροπή προς το γράψιμο. Κάποτε έγραψα ένα μυθιστόρημα το οποίο έφτασε τις επτακόσιες σελίδες ζωντανού γραπτού. Τρόμαξα τόσο πολύ με τον όγκο του και με το δάχτυλο μου που απο την πίεση που δεχόταν απο το μολύβι εως και σήμερα εξακολουθεί να είναι παραμορφωμένο. Ταυτόχρονα τρόμαξα με την μεθυστική ελευθερία των άπειρων δυνατοτήτων που γευόμουν στον χώρο του φαντασιακού, που φυσικά ρουφούσε ανελέητα τον χρόνο και την ενέργειά μου απο κάθε πραγματική ζωή.

Μήπως γράφουμε για να πλάσουμε μυθικά τον εαυτό μας, να τον μυθοποιήσουμε στα μάτια μας; Αναρωτιέμαι επίσης αν το στοίχημα είναι να τον απελευθερώσουμε ή αν τελικά αυτοπεριοριζόμαστε μέσα στους προσωπικούς μας μύθους. Σκέφτομαι πως η γραφή καμμία φορά είναι ένα επινοημένο παιχνίδι του νου, ένα σταυρόλεξο που μας βάζει ο απών εαυτός, αυτός που ζει στη σκιά του σώματος και όλων των πεπραγμένων μας, για να ανακαλύπτουμε μόνοι μας κάθε φορά τις λέξεις που κάθε στιγμή διασταυρώνονται για να κάνουν τις στιγμές να πάψουν να μοιάζουν με ομοιότυπους βώλους που περνούν αδιάφορα από το αριθμολόγιο του χρόνου. Ωστόσο, όσο περισσότερο κανείς εισέρχεται στο σκοτεινό τούνελ των εσώτερων του, τόσο περισσότερο ανακαλύπτει το κενό. Η γραφή κάποτε συνιστά το ψηλάφισμα των τυφλών σημείων του. Αλλά και πάλι αυτό είναι μια μια αίσθηση-φυγάς, που αγωνίζεται να δραπετεύσει απο το ανώφελο. Φαίνεται μοιραίο, πως κάθε φορά που κάποιος γράφει κάτι δικό του, στήνει μια πλεκτάνη στον εαυτό του για να βρεθεί πάλι και πάλι και πάλι, πάνω από έναν γκρεμό που βαθαίνει αβυσσαλέα στο πλάι του.

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 03, 2007

Χριστουγέννων εγκώμιο

Χθες το απόγευμα άκουσα το extended version του Let them know its Xmas time την ώρα που έστηνα το Χριστουγεννιάτικο δένδρο ακριβώς στην περίοπτη θέση στη μέση του σαλονιού. Κουράστηκα να το συναρμολογήσω, τρύπησα και τα δάχτυλα μου μέχρι να ανοίξω τα κλαδιά του για να φαίνεται ζωντανό και εύρωστο. Eίναι μεγάλη αγγαρεία να στήνεις ένα τέτοιο δένδρο. Όταν τελείωσα, κάθισα αποκαμωμένη απέναντί απ' το δένδρο μου, ακούγοντας τις ευχές των καλλιτεχνών που μου έγνεφαν από 1984. Έμεινα πολύ ώρα να κοιτώ το δένδρο μου, λες και δεν το είχα ξαναδεί. Το βλέμμα μου καρφώθηκε πάνω του χωρίς να παρατηρώ κάτι το συγκεκριμένο. Νομίζω πως ασυναίσθητα επεξεργαζόμουν τις ατέλειές του. Τότε είδα έξαφνα απο το πουθενά, να ξεφυτρώνει ανάμεσα στα χαλιά ένα μικρό απείκασμα ψευτοελπίδας που ακροβατεί μεταξύ ζωής και θανάτου. Το δένδρο μου εξακολουθεί να έχει τα περσινά στολίδια, τοποθετημένα φέτος σε διαφορετική θέση. Θαρρώ πως χρειάζεται επειγόντως ανανέωση, να αντικατασταθεί η φθορά των περασμένων με καινούργιες πλαστικές χαρές. Ως εκ τούτου θα επισκεφτώ πάραυτα τα Τζάμπο μπεμπέ και με μεγάλο ενθουσιασμό μάλιστα. Σκοπεύω να αγοράσω καινούργια λαμπάκια-ψείρες οπού είναι η δόξα της στερεοτυπίας και να αναταράξω με λαχτάρα τον Αη Βασίλη στην κρυστάλλινη σφαίρα που και αυτός με τη σειρά του θα αναταράξει χιονοθύελλες και επιθυμίες. Σε αναμονή ούσα, των Χριστουγέννων κιόλας απο το Σεπτέμβρη, εποχή που κάθε χρόνο καταυγάζει πανηγυρικά τον θρήνο των ανέκκλητα χαμένων περιστάσεων, αρνούμαι πεισματικά να αποκηρύξω τις ευτελής μικρές χαρμονές που αμφισβητούν τα ομοιότυπα δεδομένα του χρόνου: σήμερα είμαι 12, χθες ήμουν 21, αύριο θα είμαι 36. Εμένα αυτό το τράνταγμα στην μνήμη, αυτό το ταρακούνημα που με φέρνει απότομα απέναντι σε όλα αυτά που δεν επιδέχονται αμφισβήτηση καλώντας με να τα επανεξετάσω, μου είναι αναγκαίο όσο και οδυνηρό. Αν δεν σου περνούν τα Χριστούγεννα αδιάφορα, τότε τα βιώνεις σαδομαζοχιστικά, σαδιστικά έναντι της τσέπης σου που ως δια μαγείας σε βαραίνει αυτή την εποχή, μαζοχιστικά γιατί θα ξανακούσεις υποχρεωτικά με λαχτάρα τα ίδια τραγούδια που άκουγες πέρσι και πρόπερσι και θα σκεφτείς οτί τα τραγούδια είναι μεν τα ίδια αλλά σε χωρίζουν απο την εποχή τους Χ χρόνια συν ένα, απο πέρσι. Είναι φυσιολογικά αδύνατον να προσπεράσεις τα Χριστούγεννα αδιάφορα, αν είσαι φυσιολογικός άνθρωπος. Ακόμα και αν νομίζεις οτί τίποτα δεν αναδεύεται μέσα σου, κάτι αλλάζει εντός σου, και είναι κυρίως αυτές οι επιθυμίες που έθαψες κάτω απο τόνους παγερής ενηλικίωσης, που μέσα απο πλαστικά, πολύχρωμα φωτάκια βρίσκουν το δρόμο της επιστροφής. Τα Χριστούγεννα είναι η αποθέωση του ψεύτικου μέσα από το οποίο βρίσκει το δρόμο του το αληθινό. Θέλω επι τέλους να αγοράσω εκείνο το άλμπουμ με τη τζαζ του Γούντι Άλλεν, γιατί χρόνια τώρα κάθε φορά διαψεύδω τον εαυτό μου λέγοντας του πως κάποια στιγμή θα το αγοράσω. Όχι λοιπόν, τώρα θέλω να το αγοράσω. Τώρα θέλω να το ακούσω. Αυτό το τώρα θέλω να το κατακτήσω, το "τώρα" που μας έμαθαν να το προσπερνάμε και έκτοτε μάθαμε τόσο καλά το μάθημά μας που το «τώρα» αντικαταστάθηκε πλήρως απο το «κάποτε» και κλειδώθηκε η πραγμάτωσή του και το κλειδί πετάχτηκε. Είναι δυνατόν να έχω αυτό το άλμπουμ τώρα; Ναι,είναι. Φέτος μπορώ να επιτρέψω στον εαυτό μου να αναβάλει την ματαίωση για αργότερα. Μπορεί να μην είναι δυνατόν να έχω άλλα πράγματα αλλά, αν υπάρχει Θεός των Χριστουγέννων, είμαι διατεθειμένη για τον συγκεκριμένο, να πετάξω στον κάλαθο των αχρήστων ότι φιλοσοφικές ενστάσεις έχω. Το λεω και ελπίζω κιόλας να το εννοώ.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 28, 2007

Να σταματήσω τη φθορά


Η σκέψη μου έχει ένα δικό της σώμα,
και το μεγαλόσχημο συναίσθημα
που γέννησε, σμικρύνεται,
περνά κατά σταγόνες
απο την μικρή οπή στου Χρόνου τη κλεψύδρα.

Ότι τελειώνει, νοθεύεται και εξαπατά,
ότι ξεφτίζει και ψευτίζει, ότι πλαστογραφείται
και παλιώνει, ότι σκονίζει,και ξεφτάει, ότι διαστρέφει
και στρεβλώνει το ονομάσαμε Έρωτα
για να περνά ευχάριστα η ώρα μας.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 16, 2007

Βροχή και πάλι


Βροχή και πάλι.

Κάπου διάβασα πως η βροχή αρέσει στις γυναίκες. Ή μπορεί και το μάτι μου να έπεσε φευγαλέα πάλι σε κάποιον τίτλο βιβλίου ή άρθρου που να είχε τις λέξεις "βροχή" και "γυναίκες" και έτσι να συνδυάστηκαν οι δύο έννοιες στο μυαλό μου που αρέσκεται στο να φτιάχνει παζλ απο το τίποτα. Βροχή κι οι συνειρμοί εκ του μη όντος, που το μυαλό έχει την συνήθεια να αναμασάει. Θυμάμαι την άλλη φορά προσπαθούσα να καταλάβω γιατί δεν μας αγαπούν αυτοί που αγαπάμε, με την ίδια θέρμη και προσήλωση που εμείς επιδεικνύουμε. Θυμήθηκα έναν καλό μου φίλο που πέθαινε από έρωτα. Τον άκουγα, ανακαλώντας τον, να καταριέται, τον έβλεπα να τον αναπαριστά η μνήμη μου, να σέρνεται. Μέσα στην γενικότερη ψυχ(ρ)ολογική αντίδραση που με χαρακτηρίζει, με χτύπησε, όψιμα δυστυχώς, η αίσθηση αυτού που μικροί ονομάζαμε αδικία, και που μεγαλώνοντας το εξευγενίσαμε βαφτίζοντας το, το Παράλογο: γιατί δεν μας αγαπούν αυτοί που αγαπούμε, αναρωτήθηκα για μια στιγμή που κράτησε αιώνια, και που με άφησε να μετεωρίζομαι μεταξύ δύο χρονικών διαστάσεων, εμού ως παιδί που αναρωτιέται και επεξεργάζεται το ενήλικο αυτονόητο, και εμού ως ενήλικα που αναρωτιέται με το παιδί που ακόμα αναρωτιέται.

Χθες τη νύχτα βροχή και πάλι απο συνειρμούς, ολόκληρα πεζά κείμενα που με το πρώτο φως της ημέρας έπεσαν στο άτυχο κενό της μη καταγραφής. Νοήματα αραδιασμένα στο σκοτάδι, σαν πολύχρωμο κομφετί σε πανηγυρική γιορτή που τελείωσε, ρουφηγμένα από το τίποτα του φωτός της νέας ημέρας, λες και το πρωινό φως έρχεται πάντα για να κρύψει αυτά που δεν θέλουν να φανερωθούν. Δεν θυμάμαι τίποτα από όσα με κατέκλυσαν χθες το βράδυ. Σχεδόν κάθε βράδυ είναι σαν να δέχομαι μια πολιορκία από ιδέες και σκέψεις, ασυνάρτητες πολλές φορές, τις περισσότερες όμως όμορφα διατεταγμένες, έτοιμες να μου παραδοθούν ανά πάσα στιγμή αποφασίσω να τις κατακτήσω. Τις περισσότερες φορές δεν το κάνω. Τις αφήνω να πέφτουν στο λευκό τείχος της αδιαφορίας μου. Η έμπνευση, έλεγε ο Τζακ Λόντον, πρέπει να κυνηγιέται ακόμα και με το ρόπαλο. Στην δική μου την περίπτωση είναι φορές που ότι αγαπώ, το αφήνω να φύγει. Όπως για παράδειγμα τους συνειρμούς μου.


Τρίτη, Νοεμβρίου 06, 2007

Thoughts of a dying atheist

Από σήμερα η θάλασσα αλφαδιασμένος υδράργυρος,
δηλητήριο χυμένο φροντισμένα,
ίσα ίσα να δημιουργεί επιθυμίες μεταξύ εμού και του ορίζοντα,
δηλαδή ανάμεσα σε μένα και σε ένα άγνωστο τοπίο, γεμάτο υποσχέσεις,
που με τα χρόνια έπαψε να δικαιώνει την αναμονή του.
Έτσι, από σήμερα με τυλίγει το φθινόπωρο με τη θαλπωρή του.
Γιατί το καλοκαίρι έχει μια δική μου αυτάρκεια,
η οποία χάνεται με το πρώτο ελαφρύ ρίγος
μιας προεξάρχουσας χειμωνιάτικης ανάγκης.

Κάπως έτσι προκύπτουν και οι μουσικοφθινοπωρείες που διανύσαμε ως εν ονείρω,
όπως οι επιγραφές ενός εγκαταλελειμμένου ξενοδοχείου
που τα βράδια εξακολουθούν να φωτίζουν τα έρημα δρομάκια

Thoughts of a dying atheist
*********************
It scares the hell out of me
_*__*__*__*__*__*__*__*_
and the end is all I can see
_*__*__*__*__*__*__*__*_
and it scares the hell out of me
_*__*__*__*__*__*__*__*__*_
and the end is all I can see
_*__*__*__*__*__*__*__*__*_

Αφού ούτε στα όνειρά μου
δεν μπορώ να σε φθάσω πια.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 26, 2007

Ημέρες Ακηδίας


Δεν είμαι μόνο μόνη αλλά είμαι και ανέφικτη.
Ο Έρωτας, με άλλα λόγια πολιτική σε εποχές που δεν
μπορέσαμε να προσπεράσουμε
έσχατο Ερώτημα που αγγελοκρίνεται.
Οι Ημέρες Ακηδίας ή το λευκό χαρτί που κρύβει
τα νοήματα ανάμεσα στις λέξεις του

ή

η συνείδηση που όλα τα θυμάται μα τίποτα δεν κατάλαβε
*
Μόνοι αξιομακάριστοι οι ποιητές, ξεχασμένοι κι αυτοί
εξ αιτίας των στίχων τους, χάθηκαν μέσα σε αυτούς
και τα άφταστα νοήματα αστέρια
που εξέπεσαν στο δένδρο των παιδικών μας Χριστουγέννων

Εφεύρω το Πούσι εκεί που δεν υπάρχει
- και το Στιλβωμένο Ποδήλατο που κάποτε αγάπησα - μα δεν κατάλαβα
περιτύλιγμα σε μιαν ιδανική ανάμνηση


Για αυτό λοιπόν για να είμαι αληθοφανής κι όχι μόνη μόνο, ομολογώ,
για να έχω μια τόση δα δική μου παρέα,
εμένα πάλι και το ψευδοφανές μου μονόπρακτο
που διαρκώς συνδιαλέγεται με την αλήθεια μα μένει πάντα ανεπίδεκτο
πως τρομάζω που οι μέρες επαναλαμβάνονται
και καταλαμβάνομαι εξ απήνης από την Σιωπή
και ψάχνω να βρω έναν λόγο-Αιτία να μου πει μια Λέξη
και τότε μόνον απαντούν οι εφιάλτες μου



*Ίταλο Σβέβο

-σημ: Φωτο άνευ αδείας απο την ταινία "Θίασος" του Αγγελόπουλου, αφού η Ελλάδα είναι μια Χώρα που Πεθαίνει, φθινοπωρόντας ως εν ονείρω

Δευτέρα, Οκτωβρίου 01, 2007

Διαφάνειες ενός όψιμου θέρους

Δίπλα στην θάλασσα αλλιώτικη γίνεσαι. Κι οι αντανακλάσεις της εικόνας σου,αράχνες τεράστιες, αμφίβια όντα που σε άδραξαν στους ώμους. Σε σταματάει η σκέψη γιατί εσύ δεν είσαι πια εγώ.Δεν αναγνωρίζω την γυναίκα δίπλα στο νερό, λες, γιατί αυτή ήταν κάποτε αέρας και φτερά γιατί τα μάγουλα ράγισαν.

Γιατί το χάος υπάρχει. Γιατί το χάος περνά μέσα από πόδια γυναίκας, λες. Γιατί το χάος φουσκώνει στην φούστα της και τραβάει τα μαλλιά της.

Το ταξίδι που βλέπεις στον ορίζοντα, έφυγε και σε άφησε μονάχη σου δίπλα στη θάλασσα. Το σπίτι που δεν γιόμισες απο αστραφτερές γλαδιόλες, απο οφθαλμούς μενεξεδένιους, απο ίριδες και συνέχειες, απο γλώσσες και τέρατα,από τοίχους δαγκωμένους και γέλια που σπάζουν καθρέφτες αγωνίας τώρα, όσα δεν ήρθαν κοντά, κεντήθηκαν στης ποδιάς τα πετροκέρασα για τα οποία τα δάχτυλα σου έκοψες, τα έραψες κοτσάνια. Κι οι ανάσες, λερώθηκαν χυμούς που κάποιος μπέρδεψε με αίμα. Και τα βήματα που σέρνεις παραλλαγές στο ίδιο θέμα μιας επίμονης περιπλάνησης στην αναχώρηση.

Όλα τα στολίδια σου, νεογέννητες θύμισες που δεν έχουνε μητέρα πνίγεις στην στρογγυλή λεκάνη της θάλασσας, όλους τους κίνδυνους σου πλένεις, τους τρίβεις και λιώνεις χιόνι νιφάδες και την αδημονία σου απλώνεις γυμνή να στεγνώσει δίπλα στην θάλασσα. Εσύ που μάζευες χαλίκια την ανείπωτη αγάπη, κι είπες ύστερα να τα γυρίσεις πάλι στον τόπο τους, τα πέταγες πίσω στην θάλασσα για να δοκιμάσεις το μακριά πόσο φθάνει.

Άκου τον Χρόνο, το βαρύ του σούρσιμο στη χοάνη της θάλασσας.κάπου εκεί που τελειώνει θα βρεθείς ψάρι ασημένιο που ψαρεύτηκε, με μάτια σαστισμένα από όνειρο πως ήτανε γυναίκα.