Παρασκευή, Ιανουαρίου 23, 2009

L' exil et l'utopie d' une reve familier


Ήρθες στο όνειρό μου, απο τα παλιά,
κι έτσι ερχόμενος, διασκέλισες χρόνια και χρόνια.

Γιατί λοιπόν, ύστερα απο τόσον κόπο, χάθηκες;

(painting: Sea Serpents IV detail, Gustav Klimt)

Nature Morte


(σημ:συγχωρήστε τους ανόητους ποιητίσκους που ανακατώνονται στα πόδια σας, αυτούς τους αντιπαραγωγικούς είλωτες που αρνούνται να μεγαλώσουν και που έχουν την μαεστρία να κουκουλώνουν την αχρηστία τους)


Αν θα έρθεις να δεις εμένα με τα άκριτα παρέα

Θα στέκομαι ανάμεσα στο τίποτε και στο κρατώ την ανάσα μου.
Ίσως έφτασες κιόλας εδώ με την μπόρα του απογεύματος
και δεν πρόσεξες πως κι εγώ πάλι απουσίαζα
ψάχνοντας να βρω αφαίρεση ανταλλάξιμη
με φτηνή αιδημοσύνης ρευστότητα


Της μαύρης νύχτας η αδήριτη ανάγκη

παγερό μετάξι που απλώνει ολόγυρα σκεπάζομαι
και αδημονώ εν καιρώ
να παίξω κρυφτό με την αίσθηση

πως η αθώα και άσπιλη αναγκαιότητα του χειμώνα που έρχεται

σκοπό δεν είχε παρά να καλύψει την γύμνια μας

που από την ίδια της την λάμψη υπέφερε


Αν ξεφύγω και πάλι από το ανήλεο βλέμμα σου

τότε κι απόψε σε μιας άλλης ημέρας την πνοή θα τελειώνει το άρωμα

Αν όμως τυχαίως τα βλέμματα ανασηκώσουμε την ίδια στιγμή
Τότε θα ανταμώσουν οι δόλιες αλήθειες μας
,
Φρούδες ελπίδες πως δαγκωθήκαμε
Άγριων μήλων φύσης νεκρής το ξερό αίμα πως βάψαμε τα πρόσωπα

Το σμαράγδί των καθαρών μας ματιών πως ξεπουλήσαμε


Σιώπα λοιπόν συνομωσία σιωπής
μην κάνεις πως κρένεις τα άρρητα τα λόγια,
τα γλυκά, τα επαναλαμβανόμενα

δεν έχω ανάγκη των νόθων σου ψιθύρων το ακούμπισμα
Μιλάει απόψε η τηλεόραση του κρύσταλλου για εμάς
Μιλάνε κι οι τύψεις
Εμείς μπορούμε να κάνουμε πως δεν υπάρχουμε

Κι έτσι εν τη απουσία μας μπορεί κι η ρύμη του λόγου
λεύτερη
μακριά απο εμάς να κυνηγήσει το νόημα πως
παρά τρίχα γλιτώσαμε τόσης ευτυχίας το πνίξιμο

απο θερινής κρυφής αναθύμησης κύματα


(painting:Still Life, Bouquet of Dahlias and White Book, 1923 Art Print by Henri Matisse)

Τρίτη, Ιανουαρίου 20, 2009

Eyes on Fire, εκπομπή δεύτερη

Οι Κυριακές εκείνες, που δεν ανήκουν σε κανενός το σχεδόν καλοκαίρι,
με ξυπνούν ανοιγμένη στα τέσσερα. Χωρίς τον λευκό μου μανδύα, αναστοχάζομαι
πόση φαντασία να σηκώσει κανείς σε μια μέρα.Δευτέρες γραμμένες πάνω σε φτηνό σέλιλοιντ ασπρόμαυρης μνήμης που κάτι θέλει να πει, μα διαφεύγει της προσοχής της. Πόσο τσαλάκωμα να αντέξουν οι περαστικοί καθώς ακουμπώ στο τζάμι το μάγουλο;

Είμαι εδώ, ένας άλλος, που για πρώτη φορά συναντάω, περπατάει μπροστά μου αδιάκοπα
βάφει με μέταλλο τα μάτια, κυνηγώντας τη βροχή στις αναπάντεχες γέφυρες των πόλεων.

Eyes on Fire, Blue Foundation
http://uk.youtube.com/watch?v=DTj1cXJEn34

Τρίτη, Ιανουαρίου 13, 2009

I was cruising my decay... εκπομπή πρώτη

Μουσικοφθινοπωρίες ως εν ονείρω, εκπομπή πρώτη.

Λένε πως όταν τα ερωτηματικά μένουν αναπάντητα, η μουσική αναλαμβάνει τον έλεγχο.

Απόψε θα κλέψω απο Tuxedomoon, θα δανείζομαι ή θα εκμαιεύω το δώρο της ποίησης τους, που της αρμόζει να ανήκει δικαιωματικά στους αποδέκτες της και ξεκινώ την ως εν ονείρω πορεία που φθίνει στους μαιάνδρους του χειμώνα.

Οι γκρίζες ώρες που δεν λογαριάζουν ερχομό, οι λευκές στιγμές που παίζουν κρυφτό με το οξύμωρο: o χειμώνας πάντα προκαλεί με το ορθάνοιχτο κενό του όπως τα ύψη αναζητούν τα θύματά τους και αυτά έλκονται από τον ίλιγγο, την σκοτοδίνη.

http://www.youtube.com/watch?v=RfJ7xXBcwh0

How many guys like me
All through history
How many girls like you
Some guys kiss and tell
Love you and leave you
Bring you up take you down
But I don't care
Lonely days in the sun
Friends don't call
I watch the light on the wall
Lonelier nights
I sleep with my sweat
But I don't care
My heart remains the same the same
Inside my heart remains the same
Mon coeur reste toujours le meme

Λένε πως όταν το νιώθεις πως σε τραβάει το κενό, είναι γιατί θέλεις να δεις τι είναι εκεί.

But she came to me
I was cruising my decay
Where the trams
Connect

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 22, 2008

Souvenirs


Tελευταίο μεγαλείο άδικου αποτόλμησα
στης ράχης μου την άνυδρη ρίζα,
ακραία αποδοχή ως εκ τούτου
σχεδίασα
παράτολμη γύμνια δακτύλων αψήφησα

Στων άνισων χαιρετισμών τα κορυφαία
ξυπνήματα σπόρους χορού
oνειροδράματος
έσπειρα, απαντήσεις να εκπέμψουν
τα αδυσώπητα βλέμματα.
Γυναίκα ευδαίμονος ερήμωσης
ζωή εσύ
κι εγώ το ίδιο θαρρετά απέναντι παραδίνομαι.
Το καλύτερο σου άδικο διακήρυξες
είναι αυτό που τα πρώτα αναθυμήματα
είπες
τα έφτιαξα βήματα.
Κι είπα, είναι αυτό που η δική μου αφή
ακόμα δεν αναγνώρισε σε κλαδιά ώμων
ισχνού μεταξιού φυλλορρόημα

Στον εύρυθμο του ασυμβίβαστου παράλληλο
ζάλο είναι το άδικο, λες,
να μαι πάντα εγώ η πρωταγωνίστρια.
Σε ορύγματα εχθρικών εραστών
οδηγήσαμε σπινθηρισμούς τελευταίου στροβιλίσματος,
κι εσύ να αποφαίνεσαι
πως απο μένα πιάνεται ακόμη
και το άδικο, φθηνό, φθαρμένο και παλιό
το καλοδουλεμένο μου εγώ
κι αυτό καθημερινό και πολυφορεμένο,
σάλι που δήθεν θα αποσώσει
της μοίρας της γυμνότητα

Όμως καλύτερα Εγώ κι ένα άδικο
παρά Εγώ κι ένα Τίποτα.

Πάνω στον άδικο ρυθμό θα καρφώνω
τελευταία ταγκό σε πλατφόρμες αντίο.
Γιορτών αποκορύφωμα εγκαταλείπω
για να θυμάμαι πως κι εγώ υπήρξα
πέρα από εσένα κι έτσι
φτωχά κι αν γεννήθηκα, έ ζ η σ α,
έχοντας πάντα τον πρώτο ρόλο

Στιλέτο κοφτερής φυγής πορεία αποδιωγμών
περιχάραξε,
σε κρόσσια ενδύματος άδικου
θα εμπλέκω ουρά δίκαιων ερωτηματικών
που περίσσεψαν.
Κι έγινε το φταιω κτήμα μου,
σπονδύλου περιτύλιγμα και συνοχή μου.
Συνένοχα στράγγιξα αθώων χεριών
το ύστατο κράτημα, να θαρρευτώ
λίγη ακόμα ανάμνηση πριν απότομα αδειάσω
στην επόμενη του εγώ περιδίνηση

Σε στάση arabesque προσδιορίζω
την κίνηση του υπάρχω, γητειές που στοχεύει
στων βλεφάρων την βαθιά τους κατάκλιση.
Απότομα σπάω σε εντροπίας φίνα υπόκλιση
Με αρχαίων ευχών προτροπή
διπλώνομαι φως, ματιών νωπή σκοτεινότητα
βύθισε το κοινό των χιλίων προσωπείων του κάποτε.
Μυστικά παρακολουθούσε απ'την βελούδινη πλατεία
απέναντι κρυφογελώντας το τώρα μας
που απο το ουδέποτε των υποψιών μας
εύκολα ξέφυγε

Φυτρώνω στο κέντρο μου, κυοφορούμαι σχεδόν.
Κι υποψιασμένη πλέον για την θέση μου,
Πεινάω. Διψάω .Και Χορεύω.
Όπως ακριβώς οποιοδήποτε έμβρυο
μεθά απο το αδιάσειστο μέλλον του

Μα και πως να ζήσει κανείς
από αλλοτινών μεγαλείων λατρευτικές επικύψεις;
Μονάχα ένα άδικο δέρμα-σπέρμα-ανάμνηση
μου έμεινε να ενδύομαι.
Κεντάω νυχθημερόν. Υπόσχομαι,
τα πρωινά να το φορώ, τα βράδια να το σκίζω.

Σε στιγμές πανικού είχες δει
τα πλάσματα του είδους μου παλιότερα.
Συνήθιζαν να περνούν με σάλτο ακροβασίας
πάνω από βέβαιο εγκλωβισμό τα ουρανοθέμελα.
Ανέμελα πόνταραν στο κενό οι αρτίστες της ζωής
του κόσμου τους το σχέδιο σε δένδρου
περίγραμμα είχες δει να εντυπώνεται.
Από μακριά αφουγκράζομαι τροχίσκους ελαφριάς αμφιβολίας
να φυγαδεύουν τους τελευταίους φανατικούς
θεατές της αξιέραστης χίμαιρας.
Ακολουθούν πιο μετά κι οι τελευταίοι Ονειρευτές
που έσωζαν κύκνους και μνήμη από βέβαιο πνιγμό
μέχρι πριν από λίγο μαζί μας.
Κι εσύ ακόμα εδώ με ανωφέλευτα άλματα να αυτοσχεδιάζεις
άκοπης σωτηρίας πεταλουδίσματα ενόσω μια μια
οι πόλεις εγκαταλείπουν των Θεών τα τεχνάσματα

Αδειάζει το γιόρτασμα
Τελευταία εγώ θα κερνάω oμόκεντρους κύκλους
νοερής ικανοποίησης σε μουσική υπόκρουση τρένων,
ράγες αποπομπής που στήθηκαν πάνω
σε σταδιακή απώλεια αίσθησης.
Τραγικό να μην υπάρχουμε από τώρα στα σώματα,
ψέλλισες. Στο φτερό είχα προφτάσει να αδράξω
μισόλογα στομάτων, θολά περιγράμματα
να μαντέψω να προλάβω μη χάσω της γλώσσας
το κύρτωμα δολοφονικών πόθων που εξαγοράστηκαν
σε τιμή ευκαιρίας απο σώφρονες πνοές επιβίωσης.


Σκιρτώ στο θέλω
που στην άρνηση του εξωραίστηκε,
στων γέλιων τα ραίσματα που πρώιμα
φοβηθήκαμε.Σκιρτώ ενόσω συνεχίζεις
απτόητη κύκλους απόμακρης αμεριμνησίας κι εσύ - ζωή
από την ουσία σου.
Της ώρας η ελαφριά περιστροφή παρασύρεται
σε χρόνους του διαρκώς, στην άτακτη φυγή της.
Θαρρώ κι εγώ δειλά θα ακολουθήσω τα πρέπει
μιας προθεσμίας πτερόεσσας.
Ψυχορραγεί ο ρυθμικός βηματισμός του έστω-και-τώρα,
τον πνίγω κι εγώ στους αγγέλους του.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 28, 2008

Καλέεεεεεεεεε μου Θεούλη...


..γνωρίζω οτί πέφτω σε χίλιες και μια παγίδες που σου μιλάω, αλλά να, σε παρακαλώ, εν όψει εορτών, υποσχέσου μου λιγότερες υπερβάσεις την ημέρα, για το ερχόμενο έτος. Είμαι κατά βάθος καλό παιδί, το ξέρεις, αλλά συνηθίζει κανείς στις συντέλειες, κι αν είναι να με στείλεις στον Παράδεισο, θα μου ρθει απότομο, καθότι συνήθισα στην Κόλαση, οπόταν σε παρακαλώ στέλνε μου με μέτρο τις υπερβάσεις. 'Νταξ;

Δευτέρα, Νοεμβρίου 24, 2008

Για ποιο ταξίδι κίνησες να πας;


..Πριν απο μία εβδομάδα ακριβώς, ώρα πρωινή έδωσα στην γάτα μου τις τελευταίες σταγόνες νεράκι να πιεί. Ένιωθα ήδη καιρό να με κατακλύζουν οι ενοχές που την κρατούσα στη ζωή. "Eπί ματαίω ταλαιπωρείς την ψυχούλα της" μου έλεγαν όλοι. "Γιατί δεν της κάνεις ευθανασία;". Αδυνατούσα να σηκώσω το χέρι μου και να πάρω ό,τι είχε απομείνει απο το κορμάκι της, που τώρα έμοιαζε πιότερο με απουσία, και να το οδηγήσω σε ό,τι δεν γνώριζα. Θα άνοιγα ποτέ την πόρτα στην γάτα μου για να της πω, "πήγαινε μόνη σου να δεις τι έχει εκεί πέρα"; Κι όμως, πολλές φορές στο παρελθόν μας, την είχα αφήσει να εξερευνήσει τον κόσμο ελεύθερη, όπως όφειλα. Αυτή τη φορά δεν τα κατάφερα. Δεν ήξερα τι σημαίνει ευ-θανασία. Αλλά τις τελευταίες μέρες το σκεφτόμουν όλο και περισσότερο, πως έπρεπε να την ανακουφίσω απο μια ανώφελη, παρατεταμένη αναμονή. Κι ωστόσο, την έβλεπα όπως καθόταν ξαπλωμένη στην πολυθρόνα της, που στα τελευταία της είχε γίνει το καταφύγιό της, και έλεγα, "άραγε μας ακούει που της μιλάμε, ακούει τις μουσικές που της βάζω;" Ας μην περιγράψω τις τελευταίες μας αγκαλιές, το μάτσο απο τα εύθραυστα κόκαλα που έπαιρνα προσεκτικά σαν ανθοδέσμη με λουλούδια στα χέρια μου. Μέχρι τέλος αποζητούσε την αγκαλιά μου, τα χάδια μας, την ρουτίνα των δυό μας όπου ερχόταν και ξάπλωνε στο στήθος μου γουργουρίζοντας και της κρατούσα τις απαλές πατούσες, τρίβοντας τα στρογγυλά ροζ εξογκώματα, τα όμοια με κουνελήσια.

Δεν ξέρω τι θέλω να γράψω για το ζωντανό μου που έφυγε, δεν ξέρω. Αν είναι υστερισμός που πονάω, αν είναι αισθηματολογία να μιλάω χωρίς να ξέρω τι θα πω, αν είναι η λύπη μου ανείπωτη, άρρητη, υπόρρητη ή άλεκτη, δεν το γνωρίζω. Το μόνο που γνωρίζω είναι πως ένα ζωντανό πλάσμα που άνηκε στο είδος της Felix Catus, και το οποίο ζύγιζε σχεδόν τρία με τέσσερα κιλά στις μέρες της ευημερίας της, με δίδαξε για την έννοια της αγάπης όσα δεν με δίδαξαν τόνοι ανθρώπων μαζί. Δεν θέλω να ανασκαλέψω τα συναισθήματά μου για την οριστική και αμετάκλητη απουσία της. Ξέρω πάρα πολύ καλά όμως πως όταν την αντίκρισα παρούσα-απούσα, ένιωσα μέσα μου την ορφάνεια να ριζώνει μόνιμα. Έβγαλα μια κραυγή που δεν δικαιολογούσε η ηλικία μου και η υποτιθέμενη ακριβοπληρωμένη ωριμότητα μου. Ένιωσα ξανά μικρή, απροστάτευτη, μπροστά στο βλοσυρό βλέμμα ενός ανάλγητου θεού. Μα πως είναι δυνατόν να αισθάνομαι ορφανεμένη, αφού εγώ ήμουν η "μαμά" της, εγώ την ετάιζα κι εγώ την φρόντιζα; Κι όμως.... Μια αμετακίνητη απουσία έχει στοιχειώσει το σπίτι μου. Εξακολουθώ και μπαίνω στο σπίτι και το βλέμμα μου ψάχνει να την βρει. Εξακολουθώ να περπατάω με προσοχή μη και την πατήσω. Εξακολουθώ τις νύχτες και αφουγκράζομαι προσεκτικά, μην τύχει και ακούσω το νιαούρισμά της. Εξακολουθώ και έχω αφημένο το μπολάκι για να ξεδιψάσει όταν... όταν... Εξακολουθώ και πνίγω δάκρυα και κοπετούς σα να με παρακολουθεί, μην τύχει και την προσβάλλω.Ανόητα ερωτήματα προκύπτουν όπως "ποιος θα την προσέχει εκεί πέρα;" Ό,τι και να πω, είναι λίγο, είναι ανεπαρκές, είναι ημιτελές, είναι κουτσουρεμένο, είναι σαν να μην είναι. Γιατί δεν είναι πια. Δεν είναι.

Μαζί με την γάτα μου έφυγε και μια εποχή ανεπιστρεπτί. Τέλειωσε μέσα μου οριστικά μια εποχή ανεμελιάς, τρυφηλότητας και αγάπης. Δεν βιάζομαι να την αντικαταστήσω γιατί όποιος φεύγει, δεν αντικαθίσταται με κανέναν και τίποτα. Δεν βιάζομαι να την θρηνήσω γιατί τώρα ξέρω ό,τι αυτή η πληγή που άνοιξε με την απουσία της θα παραμείνει αιμάσσουσα μέχρι που θα πάω να την συναντήσω. Τώρα δεν φοβάμαι τόσο τον θάνατο. Κάποια πολύ αγαπημένη ύπαρξη θα με υποδεχτεί στην πόρτα της ανυπαρξίας, τρίβοντας το κορμάκι της στα πόδια μου.