Παρασκευή, Αυγούστου 17, 2007

Ερωτηματικά, ξιπασμένη πολυτέλεια, όπως ο έρωτας


...και ας υποθέσουμε λοιπόν πως περπατάς μερικά χρόνια πάνω σε τούτο τον πλανήτη που ο αριθμός τους αποκτά για κάποιους σημασία βαρύνουσα. Κι ας υποθέσουμε οτί περπατάς και περπατάς και περπατάς. Κομμάτια σπέρνεις απο εδώ κι απο κει και μέχρι να προλάβει να σχηματιστεί η εικόνα σου και απο σένα τον ίδιο, πρέπει να συνεχίσεις παρακάτω λοιπόν. Και δεν είναι οτί δεν προσπάθησες, δεν είναι οτί δεν κατάθεσες ψυχή ή τουλάχιστον ψήγματα από ότι χρίστηκε η αλήθεια σου, δεν είναι πως δεν έσπειρες τα σπαράγματα του συμπυκνωμένου νοήματος σου ή δεν απελευθέρωσες ψιθύρους νοούμενων. Κι έφτασες μέχρις εδώ και κανείς δεν σε αναγνωρίζει. Και δεν είσαι για κανέναν ένα πρόσωπο ολοκληρωμένο. Είσαι η χ, για τον α, η ψ για τον β, κι η ω για τον γ. Ας μας διαμηνύσει κάποιος οτί δεν υπάρχει η αναγκαιότητα της ύπαρξης μιας προσωπικότητας ακέραιης που να θέλει να αντανακλά την ολότητά της στους Άλλους. Ναρκισσιστική εμμονή, εφηβική νοσταλγία ενός απολεσθέντος παραδείσου ή μια ακόμα έλλειψη νοήματος,η οριστική απώλεια μιας οριστικής ταυτότητας που αγκομαχά να δηλωθεί, παρά τα φαινόμενα. Θέλοντας να είσαι ο εαυτός σου θα πρέπει να εγκαταλείψεις την ανάγκη σου να καθρεφτίζεσαι. Εδώ θα πρέπει να μείνεις. Ταυτόχρονα θα αφήνεις στους άλλους το δικαίωμα να περιφέρονται ως ερωτηματικά στην ζωή σου, ίδιοι κι αυτοί περιπλανώμενοι και ανέστιοι αυτοεικόνας, φορτωμένοι αυταπάτες στο δισάκι τους, βολτάροντας πάνω κάτω στα φιδογυριστά δρομάκια μιας αρρωστιάρικης καθημερινότητας, που όλο ξεμακραίνει απο ότι θα μπορούσε τελικά να είναι αποκλειστικά δικό μας. Όχι, αυτού του είδους η ομοιομορφία στα νοήματα, το στρίμωγμα στις φτωχές αυταπάτες μας δεν μπορεί να είναι ποτέ αρκετό για κανέναν. Κι ύστερα υπάρχουν κι αυτοί που πεθαίνουν με έναν βίαιο θάνατο που δεν αξίζει. Αυτό είναι ένα νόημα φθηνό μα ταυτόχρονα απροσπέλαστο. Δίπλα σε αυτό η κάθε ανάγκη οποιασδήποτε αυτοπραγμάτωσης φαντάζει ξιπασμένη πολυτέλεια. Αν δεν είσαι εμμονικός με το θάνατο, τότε ο θάνατος ίσως κρύβει ένα τεράστιο νόημα. Κάθε φορά που σκέφτεσαι οτί θέλεις και άλλα απο αυτά που έχεις και θέλεις να πάς παραπέρα, νιώθεις εκείνο τον ενοχικό φόβο της απρόσμενης ειμαρμένης που καιροφυλακτεί για όλους. Τι αποφασίσαμε και είναι τελικά δικό μας; Τι είναι αποκλειστικά δικό μας κι όχι δάνειο ή φαντασιοπληξία που ενδοβάλαμε ίσα ίσα για να συμπληρώσουμε το σταυρόλεξο της καθημερινότητας; Ερωτηματικά, ερωτηματικά, ερωτηματικά. Κι οι λέξεις λεει ο ποιητής πρέπει να καρφώνονται σαν πρόκες. Κι όμως τα ερωτηματικά είναι εκείνα που φθάνουν στο μεδούλι σου.

Πέμπτη, Αυγούστου 09, 2007

Just a perfect day....

"Όνειρα/πια σκιά μου/ που σου φόβιζαν τις νύχτες δε θα ξανάρθουν/ οι νύχτες μικρύναν κι αλάφρωσαν κι εμείς - δεν το αισθάνθηκες ακόμη; - γινήκαμε οι ήρωες ενός καλού μεγάλου Ονείρου"

Καταφάσκω στην ιδέα του μεγάλου Ονείρου, με την ή από την επίγνωση έλλειψης της πιο μικρής τελειότητας.

Η τελειότερη ημέρα μου πια άλλαξε πρόσωπο και έγινε αγνώριστη, ακόμη και σε μένα.

Τρίτη, Αυγούστου 07, 2007

"Είσαι το πιο αγαπημένο μου κουτάβι"

Σ' αυτή τη ζωή
δύσκολο δεν είναι να πεθάνεις, έλεγε ο Μαγιακόφσκι.
Να φτιάξεις τη ζωή
είναι πολύ δυσκολότερο.

Έτσι λοιπόν φύτρωσε μια πέτρα στο κεφάλι του. Απο απελπισία. Τι να τον τυραννούσε άραγε;

Διαβάζοντας τα γράμματα του προς τη Λίλιτσκα και τα δικά της προς αυτόν, το μόνο που μπορώ να διακρίνω είναι ένα ζευγάρι αγαπημένο πέρα απο στερεότυπα. Αγαπημένο μέσα στον έρωτά τους για τους άλλους.

"Είσαι το πιο αγαπημένο μου κουτάβι" του έλεγε.

Δεν αρκεί. Ούτε αυτό καμμιά φορά.

Παρασκευή, Αυγούστου 03, 2007

Ποιητής του τετραγώνου


Με τα τελευταία μου κέρματα εξαγόρασα ανάσες
Κι έμεινε μονάχη η ακριβή ενδελέχεια
στο πάτο της κούφιας μου τσέπης
Ευτυχώς ακόμα ψηλαφίζω λίγη συμπάθεια
στα μάτια της κουβαλήτρας των νέων στη γωνία.
Απ’ τα πολλά μυστικά το ένα αυτί της κουφάθηκε
και το άλλο ακούει μόνο του χρόνου τον ατσάλινο κρότο
Ήταν κι αυτή ενδεής
Συναλλασσόταν την λύπη με γενναίο χαμόγελο
Αδιαμαρτύρητα μάζευε το πουπουλένιο μου πάπλωμα
που πέταγε με φτερά φευγαλέας νεότητας

Μου είπαν πως ποιήτρια του οικοδομικού τετραγώνου
μπορεί να είναι μονάχα μία
Μία, να αδράχνει τον μίτο του μύθου εκποδών
Μία να φέρει στοιχεία αστόχαστης μάγισσας
Μια να διαπραγματεύεται δαίμονες θηρεύσιμους
Μία να ξεδιαλέγει απ’ τα μαύρα πουλιά το πρωινό τους παράπονο
όταν φτερά αγκυλώνουν την ίδια μαύρη αγωνία
Στο βιολοντσέλο του στίχου, πρέπει
να διαφυλάττει τον ηχηρό τους κρωγμό
Μπορεί κάτι να σημαίνει

Ακροπατώντας ευθαρσώς στο ιερό περβάζι της τρέλας
διχάζεται η τεράστια αίθουσα χορού της μοναξιάς μας
στη μέση
από την μια πλευρά είμαστε όλοι εμείς
κι απο την άλλη εμείς ως οράματά
Με τον εαυτό μας απέναντι, μας χωρίζει το χάος
και σαν να μας ορίζει

Το νύχι των συμβίων της τυχαιότητας
του παραμυθιού η βελόνα,
καρφιτσώνει τους αχνούς μου ώμους ξανά,
να μην απογειώνεται το φουσκωμένο μου φουστάνι
Δυό φίδια θα μείνουν ασάλευτα
συντροφικά κουλουριασμένα, στο στόμα μου.

Θα είμαι λεει χαλκομανία εισόδου
Εξόδους κινδύνου θα ζωγραφίζω στους τοίχους
Θα κατέρχομαι στων γερών σπιτιών τα ριζά
Τον βολβό του ματιού μου θα χύνω
στις βρύσες να ψάχνω το νερό που μας κρύβεται

Σκέφτομαι
Δεν θα ναι η πρώτη φορά
που θα πλέκω τους κάβους της πλάνης των άλλων
Αυτός ο μύθος που τυλίγω
από το σάλιο της σιωπής των νεκρών εξυφάνθηκε

Θυμάμαι, ακόμα
Πως είμαι τόσο νέα κι έχω κιόλα έναν κόμπο στην ράχη
που κάποτε ήταν όλος ο κόσμος κρυμμένος στο στήθος
Όταν η ευκταία φυγή μου απλώνει το χέρι να σωθεί
Ολοένα και γλιστράνε στο νερό
δαχτυλίδια δεσμών στα δάχτυλά μου που μετράω
τα ίσως και τα κάποτε

Και λεω:
Μονάχα μια στιγμή να νομίσω πως σε άδραξα όραμα
Σε στερνούς γιαλούς μιας άλλης εκδοχής της επιθυμίας
Ήσουν πάντα υγρό και ασημένιος ο πόθος σου
Στη δίψα δελέαζες την αυτόχειρα αναπόληση
Κι εγώ να σε επιστρέφω σπονδή στον βωμό της αλήθειας των άλλων

Κι ήταν τόση κι απόψε η αλήθεια της πόλης αυτής
που ξέχασε ξανά να την πάρει ο ύπνος
Ήσυχα αποκοιμιέμαι φτιάχνοντας της, της αυγής παραμύθια:
Τα μεσημέρια κανείς να μην θυμάται

Τρίτη, Ιουλίου 24, 2007

Του χρόνου στόμα μπούκωνε

Βράδυ ονειρεύονται τα μάτια σκοτεινά, ορθάνοιχτα
τα φιδογυριστά δρομάκια, των δένδρων τα αλληλέγγυα κλαδιά.

Κι η μέρα αξημέρωτη κι η μνήμη φεύγει, χάνεται

άγνωστα της λήθης τα γκρεμνά, το παλαι ποτέ
ένα ποτέ ποτέ φθηνό , και το αείποτε
ένα πότε-πότε χυδαίας πολυτέλειας.

Του χρόνου στόμα μπούκωνε κρασί από αγία νοσταλγία
κι από την ανεμελιά που απήχθη, μούδιασε γλώσσα .

Να θυμάσαι, να θυμάσαι, να θυμάσαι, κι απ’ τους αντίλαλους
πάντα τραβιέται το τσιγκέλι της δόλιας ανάμνησης,
η πεθαμένη μόνη υπάρχουσα του παρελθόντος σάρκα.

Κυριακή, Ιουλίου 15, 2007

Χθες ένας Σωκράτης πέταγε πέτρες στο γυαλό της Κακιάς Θάλασσας...

Πετάω πέτρες στο γυαλό κι αυτές γυρίζουν πίσω
όλα τα λόγια που 'χω πεί πρέπει να τ' αγαπήσω
κι ας ήταν όλα ψέματα κι ανόητα μπερδέματα
ποιός θα το βρεί να μου το πεί;

Περνάνε σκέψεις στο μυαλό σ' ένα δωμάτιο κλειστό
μιά στη λαχτάρα που αγαπώ στην ταραχή που βλαστημώ
και τον χαμένο μου καιρό να ξεγελάσω δεν μπορώ

Πετάω πέτρες στο γυαλό κι αυτές γυρίζουν πίσω
όλα τα λάθη που έκανα πρέπει να τα μετρήσω
κι αν ήταν όλα σφάλματα, σάλτα, ανώφελα άλματα
ποιός θα το βρεί να μου το πει;

Σάββατο, Ιουλίου 14, 2007

Ο Χρόνος

Φοβάμαι πως όταν θα με συναντήσεις, θα έχουν βγει στην επιφάνεια τόσες πλευρές μου, που δεν θα προλάβω μέχρι το Τέλος να τις μοιραστώ μαζί σου. Έτσι κάνω πίσω για να μην γνωρίσεις κι εσύ την "αδιαπέραστη, πυκνή και ορατή γραμμή του ορίζοντα".

Για αυτό και δεν σηκώνω το βλέμμα πια.

Θα θελα να σου πω "μείνε" ωστόσο.