Παρασκευή, Αυγούστου 03, 2007

Ποιητής του τετραγώνου


Με τα τελευταία μου κέρματα εξαγόρασα ανάσες
Κι έμεινε μονάχη η ακριβή ενδελέχεια
στο πάτο της κούφιας μου τσέπης
Ευτυχώς ακόμα ψηλαφίζω λίγη συμπάθεια
στα μάτια της κουβαλήτρας των νέων στη γωνία.
Απ’ τα πολλά μυστικά το ένα αυτί της κουφάθηκε
και το άλλο ακούει μόνο του χρόνου τον ατσάλινο κρότο
Ήταν κι αυτή ενδεής
Συναλλασσόταν την λύπη με γενναίο χαμόγελο
Αδιαμαρτύρητα μάζευε το πουπουλένιο μου πάπλωμα
που πέταγε με φτερά φευγαλέας νεότητας

Μου είπαν πως ποιήτρια του οικοδομικού τετραγώνου
μπορεί να είναι μονάχα μία
Μία, να αδράχνει τον μίτο του μύθου εκποδών
Μία να φέρει στοιχεία αστόχαστης μάγισσας
Μια να διαπραγματεύεται δαίμονες θηρεύσιμους
Μία να ξεδιαλέγει απ’ τα μαύρα πουλιά το πρωινό τους παράπονο
όταν φτερά αγκυλώνουν την ίδια μαύρη αγωνία
Στο βιολοντσέλο του στίχου, πρέπει
να διαφυλάττει τον ηχηρό τους κρωγμό
Μπορεί κάτι να σημαίνει

Ακροπατώντας ευθαρσώς στο ιερό περβάζι της τρέλας
διχάζεται η τεράστια αίθουσα χορού της μοναξιάς μας
στη μέση
από την μια πλευρά είμαστε όλοι εμείς
κι απο την άλλη εμείς ως οράματά
Με τον εαυτό μας απέναντι, μας χωρίζει το χάος
και σαν να μας ορίζει

Το νύχι των συμβίων της τυχαιότητας
του παραμυθιού η βελόνα,
καρφιτσώνει τους αχνούς μου ώμους ξανά,
να μην απογειώνεται το φουσκωμένο μου φουστάνι
Δυό φίδια θα μείνουν ασάλευτα
συντροφικά κουλουριασμένα, στο στόμα μου.

Θα είμαι λεει χαλκομανία εισόδου
Εξόδους κινδύνου θα ζωγραφίζω στους τοίχους
Θα κατέρχομαι στων γερών σπιτιών τα ριζά
Τον βολβό του ματιού μου θα χύνω
στις βρύσες να ψάχνω το νερό που μας κρύβεται

Σκέφτομαι
Δεν θα ναι η πρώτη φορά
που θα πλέκω τους κάβους της πλάνης των άλλων
Αυτός ο μύθος που τυλίγω
από το σάλιο της σιωπής των νεκρών εξυφάνθηκε

Θυμάμαι, ακόμα
Πως είμαι τόσο νέα κι έχω κιόλα έναν κόμπο στην ράχη
που κάποτε ήταν όλος ο κόσμος κρυμμένος στο στήθος
Όταν η ευκταία φυγή μου απλώνει το χέρι να σωθεί
Ολοένα και γλιστράνε στο νερό
δαχτυλίδια δεσμών στα δάχτυλά μου που μετράω
τα ίσως και τα κάποτε

Και λεω:
Μονάχα μια στιγμή να νομίσω πως σε άδραξα όραμα
Σε στερνούς γιαλούς μιας άλλης εκδοχής της επιθυμίας
Ήσουν πάντα υγρό και ασημένιος ο πόθος σου
Στη δίψα δελέαζες την αυτόχειρα αναπόληση
Κι εγώ να σε επιστρέφω σπονδή στον βωμό της αλήθειας των άλλων

Κι ήταν τόση κι απόψε η αλήθεια της πόλης αυτής
που ξέχασε ξανά να την πάρει ο ύπνος
Ήσυχα αποκοιμιέμαι φτιάχνοντας της, της αυγής παραμύθια:
Τα μεσημέρια κανείς να μην θυμάται

3 σχόλια:

raphssodos είπε...

δικά σου είναι τα ποιήματα;

μοιραιος χαρακτηρας είπε...

Ναι Ραψωδέ μου, αν ήταν κάποιου άλλου θα το έγραφα...

raphssodos είπε...

να καταλάβαινα και τι λες...:D