
..Πριν απο μία εβδομάδα ακριβώς, ώρα πρωινή έδωσα στην γάτα μου τις τελευταίες σταγόνες νεράκι να πιεί. Ένιωθα ήδη καιρό να με κατακλύζουν οι ενοχές που την κρατούσα στη ζωή. "Eπί ματαίω ταλαιπωρείς την ψυχούλα της" μου έλεγαν όλοι. "Γιατί δεν της κάνεις ευθανασία;". Αδυνατούσα να σηκώσω το χέρι μου και να πάρω ό,τι είχε απομείνει απο το κορμάκι της, που τώρα έμοιαζε πιότερο με απουσία, και να το οδηγήσω σε ό,τι δεν γνώριζα. Θα άνοιγα ποτέ την πόρτα στην γάτα μου για να της πω, "πήγαινε μόνη σου να δεις τι έχει εκεί πέρα"; Κι όμως, πολλές φορές στο παρελθόν μας, την είχα αφήσει να εξερευνήσει τον κόσμο ελεύθερη, όπως όφειλα. Αυτή τη φορά δεν τα κατάφερα. Δεν ήξερα τι σημαίνει ευ-θανασία. Αλλά τις τελευταίες μέρες το σκεφτόμουν όλο και περισσότερο, πως έπρεπε να την ανακουφίσω απο μια ανώφελη, παρατεταμένη αναμονή. Κι ωστόσο, την έβλεπα όπως καθόταν ξαπλωμένη στην πολυθρόνα της, που στα τελευταία της είχε γίνει το καταφύγιό της, και έλεγα, "άραγε μας ακούει που της μιλάμε, ακούει τις μουσικές που της βάζω;" Ας μην περιγράψω τις τελευταίες μας αγκαλιές, το μάτσο απο τα εύθραυστα κόκαλα που έπαιρνα προσεκτικά σαν ανθοδέσμη με λουλούδια στα χέρια μου. Μέχρι τέλος αποζητούσε την αγκαλιά μου, τα χάδια μας, την ρουτίνα των δυό μας όπου ερχόταν και ξάπλωνε στο στήθος μου γουργουρίζοντας και της κρατούσα τις απαλές πατούσες, τρίβοντας τα στρογγυλά ροζ εξογκώματα, τα όμοια με κουνελήσια.
Δεν ξέρω τι θέλω να γράψω για το ζωντανό μου που έφυγε, δεν ξέρω. Αν είναι υστερισμός που πονάω, αν είναι αισθηματολογία να μιλάω χωρίς να ξέρω τι θα πω, αν είναι η λύπη μου ανείπωτη, άρρητη, υπόρρητη ή άλεκτη, δεν το γνωρίζω. Το μόνο που γνωρίζω είναι πως ένα ζωντανό πλάσμα που άνηκε στο είδος της Felix Catus, και το οποίο ζύγιζε σχεδόν τρία με τέσσερα κιλά στις μέρες της ευημερίας της, με δίδαξε για την έννοια της αγάπης όσα δεν με δίδαξαν τόνοι ανθρώπων μαζί. Δεν θέλω να ανασκαλέψω τα συναισθήματά μου για την οριστική και αμετάκλητη απουσία της. Ξέρω πάρα πολύ καλά όμως πως όταν την αντίκρισα παρούσα-απούσα, ένιωσα μέσα μου την ορφάνεια να ριζώνει μόνιμα. Έβγαλα μια κραυγή που δεν δικαιολογούσε η ηλικία μου και η υποτιθέμενη ακριβοπληρωμένη ωριμότητα μου. Ένιωσα ξανά μικρή, απροστάτευτη, μπροστά στο βλοσυρό βλέμμα ενός ανάλγητου θεού. Μα πως είναι δυνατόν να αισθάνομαι ορφανεμένη, αφού εγώ ήμουν η "μαμά" της, εγώ την ετάιζα κι εγώ την φρόντιζα; Κι όμως.... Μια αμετακίνητη απουσία έχει στοιχειώσει το σπίτι μου. Εξακολουθώ και μπαίνω στο σπίτι και το βλέμμα μου ψάχνει να την βρει. Εξακολουθώ να περπατάω με προσοχή μη και την πατήσω. Εξακολουθώ τις νύχτες και αφουγκράζομαι προσεκτικά, μην τύχει και ακούσω το νιαούρισμά της. Εξακολουθώ και έχω αφημένο το μπολάκι για να ξεδιψάσει όταν... όταν... Εξακολουθώ και πνίγω δάκρυα και κοπετούς σα να με παρακολουθεί, μην τύχει και την προσβάλλω.Ανόητα ερωτήματα προκύπτουν όπως "ποιος θα την προσέχει εκεί πέρα;" Ό,τι και να πω, είναι λίγο, είναι ανεπαρκές, είναι ημιτελές, είναι κουτσουρεμένο, είναι σαν να μην είναι. Γιατί δεν είναι πια. Δεν είναι.
Μαζί με την γάτα μου έφυγε και μια εποχή ανεπιστρεπτί. Τέλειωσε μέσα μου οριστικά μια εποχή ανεμελιάς, τρυφηλότητας και αγάπης. Δεν βιάζομαι να την αντικαταστήσω γιατί όποιος φεύγει, δεν αντικαθίσταται με κανέναν και τίποτα. Δεν βιάζομαι να την θρηνήσω γιατί τώρα ξέρω ό,τι αυτή η πληγή που άνοιξε με την απουσία της θα παραμείνει αιμάσσουσα μέχρι που θα πάω να την συναντήσω. Τώρα δεν φοβάμαι τόσο τον θάνατο. Κάποια πολύ αγαπημένη ύπαρξη θα με υποδεχτεί στην πόρτα της ανυπαρξίας, τρίβοντας το κορμάκι της στα πόδια μου.